24 Οκτ 2009

"Η μουσική στην Ελλάδα: ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ"

Επί σειρά ετών "καταπίνω" την γλώσσα μου για τα κακώς κείμενα στην μουσική ζωή του τόπου μας... και πνίγομαι... Ουδέποτε μίλησα-έκρινα επιστήμες ή τέχνες που δεν γνωρίζω... Την μουσική όμως (σαν τέχνη και επιστήμη μαζί) την σπούδασα με σεβασμό και σοβαρότητα κοντά σε πραγματικά "μεγάλους". Και την υπηρετώ επί σειρά ετών, κάτω από δύσκολες συνθήκες, με εντιμότητα και συνέπεια. Αυτό μου δίνει -πιστεύω- το δικαίωμα να αναφερθώ στην κατάντια της μουσικής, στην Ελλάδα του 2009!
* Η συντριπτική πλειοψηφία των Ωδείων -σήμερα- είναι μαγαζάκια που ΠΟΥΛΑΝΕ πτυχία. Άλλοτε ουσιαστικά, γεμίζοντας τον τόπο χαρτιά... Και άλλοτε μεταφορικά: μονόφθαλμοι ή εντελώς αστοιχείωτοι δάσκαλοι διαιωνίζουν την ημιμάθεια ή την αμάθειά τους, μοιράζοντας πτυχία χωρίς αντίκρισμα και καταδικάζουν τους μαθητές τους σε έναν μουσικό μεσαίωνα...
Δεκάδες παιδάκια έχουν απευθυνθεί σε μένα και σε άλλους σοβαρούς συναδέλφους.. Παιδάκια που υποτίθεται πως έχουν χρόνια σπουδών και βρίσκονται σε υψηλές τάξεις.. Παιδάκια των οποίων οι γονείς επί χρόνια πληρώνουν ακριβά δίδακτρα.. Παιδιά που ξεκίνησαν με αγάπη για την μουσική, αλλά κανείς δεν τους είπε ποτέ πως για να παίξουν ένα μουσικό όργανο ή για να τραγουδήσουν σωστά απαιτείται σοβαρή-πολυετής σπουδή. Σπουδή με πρόγραμμα-συγκέντρωση-λεπτομέρεια, πολύωρη εβδομαδιαία μελέτη, παρακολούθηση ποιοτικών συναυλιών και χίλια δύο άλλα! Δεκάδες φορές αναγκάστηκα να παίξω τον ρόλο της "κακιάς-υπερβολικής-ψωνισμένης", λέγοντας σε τέτοια παιδιά (που μου ζήτησαν την γνώμη μου για το επίπεδό τους) πως τα χρόνια που αφιέρωσαν είναι για πέταμα, ή ότι είναι εντελώς "στραβά διδαγμένα"....
Στον αντίποδα αυτής της πραγματικότητας, τα ελάχιστα Ωδεία που δουλεύουν ακόμα ποιοτικά και έντιμα, φυτοζωούν... Γιατί ο απαίδευτος μουσικά Έλληνας προτιμά τα Ωδεία- Σχολές "μπακάλικα", που θα δώσουν στο παιδί του ένα εύκολο-γρήγορο (και με λίγο λάδωμα...) πτυχίο... και την ευκαιρία να καμαρώσει γι΄αυτό στον φίλο ή τον γείτονα! Βέβαια τον έλεγχο όφειλε να τον κάνει το αρμόδιο ΥΠ.ΠΟ. και όχι ο κάθε γονιός... αλλά, στην Ελλάδα ζούμε!...
* Οι χιλιάδες λοιπόν ημιμαθείς-στραβοδιδαγμένοι απόφοιτοι των "Ωδείων-μπακάλικων", μετά την απόκτηση του πτυχίου-διπλώματός τους, ακολουθούν συνήθως την εξής πορεία:
α) ουδέποτε ξαναμελετούν το όργανο-μουσικό αντικείμενο που σπούδασαν,
β) ουδέποτε κάνουν μεταπτυχιακές σπουδές στις σοβαρές μουσικές Ακαδημίες του εξωτερικού,
γ) ουδέποτε παρακολουθούν σεμινάρια,
δ) αποφεύγουν να παρακολουθήσουν πραγματικά ποιοτικές εκδηλώσεις (με διάφορες δικαιολογίες...)
ε) δεν κάνουν οι ίδιοι συναυλίες-ρεσιτάλ κλπ...
ΑΝΤΙ ΓΙΑ ΑΥΤΑ, κλείνονται σε ένα μίζερο δωμάτιο (με ένα συνήθως ξεκούρδιστο όργανο), παραδίδοντας κατ΄οίκον μαθήματα (χωρίς έλεγχο-πρόγραμμα) σε δύστυχα παιδιά... Οι περισσότεροι μάλιστα πλάθουν φανταστικές ιστορίες για τα επιτεύγματά τους και καταφεύγουν σε μικρές πόλεις παρουσιαζόμενοι ως "φωστήρες" ώστε οι μικροί μαθητές να τους βλέπουν σαν θεούς. Ελάχιστοι δε, έχουν ΚΑΙ το ΘΡΑΣΟΣ να εμφανίζονται κατά καιρούς σε συναυλίες, κυρίως στην επαρχία, δίνοντας ψευδή βιογραφικά και ΒΙΑΖΟΝΤΑΣ την μουσική που αποδίδουν...
Πρόσφατα, στην Κεφαλονιά (που μένω και εργάζομαι αρκετές ημέρες της εβδομάδας) παρακολούθησα στην τοπική TV αναμετάδοση ενός ρεσιτάλ πιάνου μιας αυτοαποκαλούμενης ΠΙΑΝΙΣΤΑΣ!; και κόντεψα να πάθω έμφραγμα από την κακοποίηση της αποδιδόμενης μουσικής (παραλλαγμένα έργα -τα περισσότερα όχι πιανιστικά, ανύπαρκτη τεχνική, ανύπαρκτος ρυθμός, απλοποιημένα-πετσοκομμένα έργα στα δύσκολα σημεία κλπ...), την στιγμή που τα διθυραμβικά σχόλια των υπευθύνων διοργανωτών προκαλούσαν (στο παν-άσχετο ακροατήριο) ρίγη συγκίνησης και έντονα χειροκροτήματα! Και αυτό είναι σύνηθες φαινόμενο σε εκδηλώσεις-ρεσιτάλ, κυρίως στην επαρχία…
ΑΝΑΡΩΤΙΕΜΑΙ: Δεν βρίσκεται κανένας να τολμήσει να διαμαρτυρηθεί για τέτοιες κακές εκδηλώσεις που δημιουργούν λάθος-χαμηλά πρότυπα στο κοινό!;;;;;
* Για τα μεγάλα θέατρα της χώρας μας λίγα θα πω. Είναι σίγουρο πως σε αίθουσες όπως τα Μέγαρα Αθηνών - Θεσσαλονίκης φιλοξενούνται πολλές υψηλού επιπέδου εκδηλώσεις. Είναι όμως εξίσου σίγουρο (και κοινό μυστικό) ότι πολύ δύσκολα Έλληνας κάνει καριέρα σε τέτοιους χώρους. Πρέπει να είναι κανείς τεράστιο- αδιαμφισβήτητο ταλέντο (π.χ: Δ. Σγούρος, Λ. Καβάκος, Μάτα Κατσούλη κλπ...) ώστε δικαίως να παρουσιάζεται σε τέτοιους χώρους. Διαφορετικά, ένας καλός μουσικός πρέπει να είναι μέλος μεγάλων οικονομικών-πολιτικών λόμπυ, ή γνωστό μέλος της gay κοινότητας, για να του ανοιχτούν πόρτες... Οι δε κριτικοί των ΜΜΕ ευκολότατα "καταπίνουν" κακές εκτελέσεις "μεγάλων ονομάτων"... αλλά δυσκολότατα γράφουν-λένε καλή κουβέντα για κάποια ταλαντούχα άτομα, που έχουν την προσωπικότητα και το θάρρος να μένουν μακριά από συγκεκριμένες "κλίκες"...
Επίσης οι κρατικές-επίσημες ορχήστρες μας παίζουν συνήθως αμελέτητες -ως εμποροϋπάλληλοι (όπως έλεγε ο συγχωρεμένος πιανίστας Κυδωνιάτης) και κοιτάνε το ρολόι τους πότε θα τελειώσουν την πρόβα... Αλλά τι να πεις... έχουν και δίκια... οι περισσότεροι είναι ανασφάλιστοι και απλήρωτοι επί μακρόν...
Για να μην πω για τις δεκάδες ερασιτεχνικές χορωδίες της χώρας με τους καραγκιόζηδες αυτοαποκαλούμενους μαέστρους! Διοργανώνουν απίστευτα πολλά "φεστιβαλάκια" και περιδιαβαίνουν την χώρα (ενίοτε -ξεδιάντροπα- και το εξωτερικό) δίνοντας συναυλίες, στις οποίες χορωδοί (στην πλειοψηφία τους 60-80 ετών) γκαρίζουν άτεχνα (μα κεφάτα!) τα τραγούδια που ο εκάστοτε μαέστρος τους συμπαθεί.. Αδιαφορούν βέβαια για το τι έχει γράψει ο συνθέτης που ερμηνεύουν, κάνουν απίθανες παραφράσεις των έργων που τραγουδούν, δουλεύουν κυρίως με "το αυτί" (και καμαρώνουν γι' αυτό!!!), αλλά έχουν πάντα φανταχτερές στολές.....(όχι παίζουμε!)
* Αλλά η μουσική σήψη δεν περιορίζεται στους χώρους της κλασσικής μουσικής! Κάποτε (μέχρι πρόσφατα) η μουσική για χαλαρή διασκέδαση (έντεχνη ή και λαϊκή) συνδεόταν με συνθέτες του βεληνεκούς ενός Χατζιδάκι... και στα βραδινά κέντρα απολάμβανες ερμηνευτές σαν την Γαλάνη και την Αλεξίου... Τώρα τα πρώτα ονόματα είναι άφωνα αγόρια που διαθέτουν νέας τεχνολογίας διορθωτικά μικρόφωνα και οπίσθια αρεστά σε διεστραμμένους μάνατζερ... και κορίτσια που αντί για ωραίες φωνές και σπουδές διαθέτουν ωραίες μεσούλες-μπουτάκια και στόλους υπηρετών (για μακιγιάζ, ντύσιμο, σκηνικά και χορευτικά), συνήθως δωρισμένους από τους γοργά εναλλασσόμενους πλούσιους εραστές τους!
Και φυσικά, αυτά τα αγόρια και κορίτσια διαφημίζονται μετά μανίας από καλοστημένα-εντυπωσιακά τηλεοπτικά σώου, τα οποία έχουν -κάποιοι- το Θράσος να τα αποκαλούν "μουσικές ακαδημίες"...!!!! Όλα αυτά με την ανοχή και συχνά την υποστήριξη της επίσημης πολιτείας... που το μόνο που προσφέρει στον Έλληνα είναι να προβάλλει τις μεγάλες-σοβαρές παραστάσεις (στην κρατική ΤV), αραιά και που, στις 3 τα ξημερώματα!
Σημεία των καιρών; Αποτέλεσμα της γενικότερης σήψης στον σύγχρονο πολιτισμό;;;
Πολλά μπορώ και θα ήθελα να επισημάνω ακόμα. Αλλά δεν ξέρω αν ωφελεί..
ΠΩΣ ΚΑΙ ΜΕ ΠΟΙΑ ΛΟΓΙΑ να πείσει ένας άνθρωπος σήμερα πως η μουσική είναι ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΜΑΖΙ και με δεδομένη την επίδρασή της στη ανθρώπινη νόηση-ψυχή οφείλουμε να την αντιμετωπίζουμε με τον αρμόζοντα σεβασμό;; Πως στην εποχή της προχειρότητας, της τσαπατσουλιάς, της φτήνιας, του εύκολου και του γελοίου να εξηγήσει κανείς τι εστί μουσική ποιότητα;;;
Μακάρι κάποιοι να ανοίξουν τα μάτια τους και να ψάξουν...
Εγώ έδωσα ένα στίγμα... πιότερο για να ξαλαφρώσω...
ΔΕΝ σημαίνει βέβαια πως όποιος ασχοληθεί με την ποιότητα θα γίνει υποχρεωτικά σπουδαίος ερμηνευτής ή συνθέτης, ή ότι θα παράγει πάντα υψηλή τέχνη... Το ΤΑΛΕΝΤΟ διαμορφώνει τους μεγάλους και τους ξεχωριστούς... Οι περισσότεροι είμαστε άνθρωποι με περιορισμένες δυνατότητες.
ΕΙΝΑΙ ΟΜΩΣ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ ΝΑ ΞΕΡΟΥΜΕ ΠΟΥ ΒΑΔΙΖΟΥΜΕ. ΚΑΙ ΝΑ ΕΠΙΛΕΓΟΥΜΕ -ΕΣΤΩ- ΤΟΝ ΜΟΝΟ ΣΩΣΤΟ ΔΡΟΜΟ: την σοβαρή μουσική παιδεία, που χαρίζει -ΣΙΓΟΥΡΑ- ουσιαστική γνώση και καλλιέργεια. Και διαμορφώνει αληθινούς μουσικούς και σωστούς ακροατές, με μουσική συνείδηση και ήθος.
Για να αποτελεί η Μουσική στην ζωή μας ΑΓΓΙΓΜΑ ΨΥΧΗΣ. Άγγιγμα από "πολύτιμα πετράδια", από ήχους-γνώσεις που προσφέρουν "κάθαρση". ΌΧΙ άγγιγμα σκουπιδιών!!!!!

Φωτεινή Σαμαρά
Καθηγήτρια-σολίστ κλασσικού τραγουδιού,
Μαέστρος "Χορωδιακών Σχημάτων Δήμου Αργοστολίου",
Καλλιτεχνική Διευθύντρια Δημοτικού Ωδείου Λειβαθούς,
Ιδρύτρια της μουσικής ομάδας σολίστ: Conversazione

23 Οκτ 2009

Ο ήχος του Stevie Ray Vaughan ήταν μνημειώδης..

Δεν υπάρχει κανένας μύθος σε αυτό. Αλλά μια ολόκληρη βιομηχανία δημιουργήθηκε βοηθώντας τους κιθαρίστες να αντιγράψουν αυτόν τον τερατώδη ήχο. Σε αυτό το σημείο θέλω να συμβάλλω στην απομυθοποίηση αυτού του εγχειρήματος και να διερευνήσω τι μπορούμε και τι δεν μπορούμε να πετύχουμε σχετικά με την αναπαραγωγή αυτού του μοναδικού ήχου. Όπως και με τους πιο φημισμένους κιθαρίστες, τα συστατικά του ήχου του SRV μπορούν να ταξινομηθούν σε τρεις κατηγορίες: κιθάρες, ενισχυτές και πετάλια. Σε αυτή την περίπτωση αυτό αντιπροσωπεύει μια εξειδικευμένη κατανομή της σοβαρότητας με την οποία αναλύεται ο εξοπλισμός του συγκεκριμένου καλλιτέχνη. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα ένα, ένα και από την αρχή, ας αναλύσουμε μερικούς από τους μικρούς μύθους που τα περιβάλλουν και ας δούμε που οδηγούμαστε.
Ο SVR έπαιζε με διάφορες κιθάρες κατά τη διάρκεια της καριέρας του αλλά η αγαπημένη του κιθάρα και αυτή που χρησιμοποιούσε περισσότερο ήταν μία κιθάρα που την αποκαλούσε Number One και που αγοράστηκε στα μέσα της δεκαετίας του'70 από το κατάστημα του Ray Hennig's Heart of Texas, στο Austin του Texas. Αυτή η κιθάρα συχνά περιγράφεται σαν μια Fender Stratocaster του 1959 με ταστιέρα από τριανταφυλλιά, μία αναφορά που έχει βοηθήσει δίνοντας στις Stratocaster κιθάρες μία επιθυμητή παλαιότητα στο χώρο των συλλεκτών μουσικών οργάνων. Μολονότι υπάρχουν αναφορές του SRV σχετικά με το θέμα της ταλαιπωρημένης κιθάρας του, το σώμα και το μπράτσο της κιθάρας ήταν κατασκευής 1962 με αυτήν την ημερομηνία να υπάρχει αντίστοιχα και στην υποδοχή του μπράτσου αλλά και στο τελείωμά του αντίστοιχα όπως έχει καταθέσει αρκετές φορές σε συνεντεύξεις, ο για πολύ καιρό τεχνικός των κιθάρων του καλλιτέχνη Rene Martinez.
Οι μαγνήτες όμως πράγματι είχαν ημερομηνία 1959 αλλά είναι άγνωστο αν η Fender τους είχε σε στοκ και αργοπόρησε να τους κυκλοφορήσει ώστε να εμφανιστούν μαζί με το κατασκευασμένο το 1962 μπράτσο και σώμα της κιθάρας. Αυτό το θέμα δεν είναι ξεκαθαρισμένο. Έχει όμως σημασία πόσο παλιά είναι η κιθάρα και αν η παλαιότητά της έχει αξία; Όχι και πολύ. Ανεξάρτητα με τη σχέση μιας Fender του 1959 και του SRV που ισχυρίζεται ότι ήταν η κιθάρα του, το μοντέλο του 1959 έχει όντως συλλεκτική αξία γιατί είναι η σημαδιακή χρονιά που η Fender χρησιμοποίησε ξύλο τριανταφυλλιάς για να κατασκευάσει την ταστιέρα στις Stratocaster της αλλά πλάκες ξύλου τριανταφυλλιάς (για πλατύτερες ταστιέρες με επίπεδο πυθμένα (βάση) αντί για λεπτότερες επιστρώσεις ξύλου για την ταστιέρα που στη συνέχεια ακολούθησαν) , εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούνται και μέσα στο 1962 που σημαίνει πως τα μπράτσα των Fender που κατασκευάστηκαν από το 1959-1962 δεν είχαν και μεγάλες διαφορές.
Σε κάθε όμως περίπτωση, η Νο1 ήταν πολύ μακριά από το να θεωρηθεί αυθεντική και αν δεν ήταν η σχέση της με τον SRV θα ήταν μια παλιά κιθάρα την οποία προκλητικά σνομπάρουν οι συλλέκτες. Ο SRV προτιμούσε τα μεγάλα τάστα της Dunlop και έτσι αυτή η κιθάρα είχε αλλάξει τάστα τόσες πολλές φορές (λόγω της υπερβολικής χρήσης) ώστε το άνω τελείωμα της ταστιέρας είχε μετακινηθεί από το αρχικό 7 ¼ σε ένα πιο επίπεδο 9 (όπως αναφέρθηκε από τον επισκευαστή μουσικών οργάνων που τη μέτρησε αλλά και συγγραφέα τον Dan Erlewine σε άρθρο του στο The Guitar Player Repair Guide). Αυτή η πατέντα θα έκανε κάθε συλλέκτη να το βάλει στα πόδια αλλά είναι γεγονός πως η μεγαλύτερη ακτίνα πλάτυνσης κάνει ευκολότερο να λυγίζει κανείς τις χορδές χωρίς να στριμώχνεται πάνω στα τάστα. Πολλά επίσης λέγονται για το αριστερόστροφο τρέμολο και που τοποθετήθηκε στην No1 τα πρώτα χρόνια ιδιοκτησίας της κιθάρας από τον SRV και για το γεγονός ότι αυτό αντέγραφε τη λειτουργία του αντίστοιχου δεξιόστροφου που χρησιμοποιούσε στην Stratocaster του ο Jimmy Hendrix, ένας κιθαρίστας που ο SRV θαύμαζε πάρα πολύ. Η μετατροπή σίγουρα επιφέρει κάποιες μικρές διαφορές κυρίως στην αίσθηση του τρέμολο αλλά οι έγκυρες πληροφορίες μας λένε πως αυτό έγινε τυχαία και όχι με κάποιον υπολογισμό. Ο Rene Martinez μας λέει και πάλι πως το αριστερόστροφο τρέμολο ήταν το μόνο που υπήρχε διαθέσιμο για να αντικαταστήσει το αρχικό όταν αυτό πάλιωσε και χρειαζόταν αντικατάσταση.
Επίσης το μαύρο πλαίσιο που περιβάλλει τους μαγνήτες (pickguard) με τα αντανακλούμενα αυτοκόλλητα ήταν σίγουρα μια αντικατάσταση πριν βέβαια ηχογραφηθεί το Texas Flood. Ο SRV είχε θεαθεί με αυτή τη κιθάρα να φέρει το αρχικό της λευκό pickguard. Αξίζει βέβαια να σημειωθεί πως αργότερα αντικαταστάθηκε και το μαύρο pickguard με ένα άλλο επίσης μαύρο αλλά και με ένα επίχρυσο σετ από κλειδιά και καβαλάρη αλλά και με ένα καινούργιο μπράτσο. Όλα αυτά έγιναν το 1990 μιας και το παλιό μπράτσο ήταν τόσο φθαρμένο που δεν μπορούσε πλέον να επισκευαστεί ξανά.
Πολλά επίσης λέγονται για το γεγονός ότι ο SRV χρησιμοποιούσε πολύ παχιές χορδές συνήθως 0.13 έως 0.58 και όντως αυτό σημαίνει πως οι μεγαλύτερες σε πάχος χορδές μεταδίδουν ένα μεγαλύτερο σήμα μέσα από τους μαγνήτες. Σημειώστε όμως πως ο Jimmy Hendrix χρησιμοποιούσε 0.09 αλλά όλοι γνωρίζουμε πως ο ήχος του δεν υστερούσε σε όγκο σε καμία περίπτωση. Επίσης ο SRV έκανε χαμηλότερο κούρδισμα χαλαρώνοντας τις χορδές που χονδροειδώς σημαίνει πως κάνει την αίσθηση των χορδών ελαφρύτερη.
Υπήρχε μαγεία στην Stratocaster του SRV; Αυτός σίγουρα την αγαπούσε αλλά η κιθάρα ακουγόταν το ίδιο ακόμα και όταν έκανε αυτές τις ριζικές αλλαγές το 1990. Να ήταν άραγε οι ενισχυτές που χρησιμοποιούσε;
Τα πρώιμα χρόνια ο SRV χρησιμοποιούσε κυρίως λαμπάτους ενισχυτές της Fender της δεκαετίας 60-70 και ενάλλασσε τις προτιμήσεις του μεταξύ των Vibroverbs, Twin Reverbs και Super Reverbs. Σε κάποια στιγμή επίσης αγόρασε έναν 100-watt Marshall Town & Country 2x12 combo και συχνά τους αντικαθιστούσε με ζευγάρι. Μπορεί κανείς να ακούσει το δυνατό ήχο να αναπτύσσεται αλλά όπως και να αναμίξει κανείς τους ενισχυτές πάντα ο ήχος του ήταν ο ήχος ο προσωπικός του, ο ήχος του SRV.Το μυθικό πλεόνασμα από ενισχυτές που είχε κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης του In Step, σύμφωνα με τον τεχνικό ενισχυτών Cesar Diaz, χρησιμοποιήθηκαν 32 ενισχυτές στο στούντιο με διάφορους συνδυασμούς σε διάφορα τραγούδια. Ανάμεσα σε αυτούς τους ενισχυτές ήταν και οι 150-watt Dumble Steel, String Singer, vintage 1959 Fender tweed Bassman, and ένα ζευγάρι από 200-watt Marshal Major stacks. Οι θερμοί οπαδοί του SRV έχουν μοχθήσει πολύ να αποκτήσουν αυτόν τον ήχο και γνωρίζω αρκετούς που έχουν κατασκευάσει πολύπλοκα και ακριβά συστήματα ενισχυτών για να πετύχουν τον ήχο του In Step. Όμως κανείς δεν γνωρίζει τους συνδυασμούς αυτών των ενισχυτών και σε ποία ακριβώς κομμάτια του άλμπουμ χρησιμοποιήθηκαν. Υπάρχουν πλήθος αναφορών για καλλιτέχνες που προσκαλούσαν τον SRV να παίξει στη σκηνή χρησιμοποιώντας την κιθάρα τους και έναν μονάχα ενισχυτή. Το αποτέλεσμα ήταν και πάλι το ίδιο. Ο SRV έβγαζε τον μοναδικό του ήχο έστω και με αυτά τα μέσα
Ο SRV επίσης χρησιμοποιούσε ένα σημαντικό αριθμό πεταλιών αλλά το κυρίως πετάλι του ήταν ένα Ibanez Tube Screamer. Το ορίτζιναλ αυτό πετάλι είναι σίγουρα ένα σημαντικό συλλεκτικό κομμάτι και κοστίζει πάνω από 500 δολάρια για κάποιον που θέλει να το αποκτήσει. Είναι αυτό λόγω του SRV; Όχι απαραίτητα μιας και ο καλλιτέχνης είχε ξεκινήσει με ένα TS-9 ενώ χρησιμοποιούσε εκτενώς και ένα TS-100 μέχρι και το τέλος της καριέρας του και το οποίο κανείς μπορεί να προμηθευτεί με λιγότερο από 100 δολάρια. Είναι αξιοπρεπή πετάλια αλλά δεν υπάρχει κανένα μυστήριο σπανιότητας σε σχέση με αυτά. Πολλοί δε κιθαρίστες πιστεύουν πως αυτά τα πετάλια έχουν πλέον ξεπεραστεί με πολλά και πολύ πιο σύγχρονα.Αν κανείς προσθέσει όλα αυτά, θα συμπεράνει πως αν και υπήρχε αφθονία υλικών αυτά κατ' ανάγκη δεν βασίζονται σε κάποια μαγική συνταγή που του δημιουργούσε τον ήχο που έβγαζε. Ο άνθρωπος έπαιζε σκληρά και έπαιζε καλά και σαν συνέπεια, ένα πολύ δυνατός ήχος έβγαινε προς τα έξω.

21 Οκτ 2009

Σπεράντζα Βρανά

Η Σπεράντζα Βρανά μπορεί να «έφυγε» από κοντά μας τον προηγούμενο μήνα (29/9/2009) αλλά το ταλέντο κι η ακτινοβολία της θα λάμπουν για πάντα! Η Σπεράντζα Βρανά , ένας αληθινός χείμαρρος ζωντάνιας και κεφιού , ένας θηλυκός πειρασμός , στα νιάτα της!
Η Σπεράντζα Βρανά γεννήθηκε στο Μεσολόγγι στις 6 Φεβρουαρίου του 1932. Το πραγματικό της όνομα ήταν Ελπίδα Χωματιανού. Η Βρανά πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο το 1948 στην ιστορική –πια- επιθεώρηση των Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου «Άνθρωποι…άνθρωποι» με άδεια ως εξαιρετικό ταλέντο. Στο θέατρο «Μετροπόλιταν» που ανέβηκε η παράσταση , οι συγγραφείς είχαν αποφασίσει να χρησιμοποιήσουν νέα ταλέντα. Σ’ αυτό το έργο έκανε την 1η του εμφάνιση ο Φωτόπουλος , εμφανίστηκαν επίσης η Ειρήνη Παπά, η Σμαρούλα Γιούλη , ο Ορέστης Μακρής και φυσικά η Σπεράντζα Βρανά. Σ’ αυτή την επιθεώρηση η Βρανά έπαιξε τον 1ο της μάγκικο ρόλο , έναν χαρακτήρα που τη σημάδεψε τα κατοπινά χρόνια. Τελειώνοντας το νούμερό της η Βρανά τραγουδούσε το πασίγνωστο ως τις μέρες μας «Το τραμ το τελευταίο»(το 1ο αρχοντορεμπέτικο τραγούδι) ! Έγινε γνωστή στο πλατύτερο θεατρόφιλο κοινό το 1953 με το νούμερό της στην επιθεώρηση «Δώσε» στο θέατρο «Ακροπόλ». Με το ανεπανάληπτο στυλ της ερμήνευσε μερικά από τα πιο γνωστά επιθεωρησιακά τραγούδια όπως το «Δώσε», το «Μονοπάτι», το «Τραμ το τελευταίο» , «Η βαλίτσα» και το «Μάμπο μπραζιλέρο». Η 1η ταινία που συμμετείχε ήταν το «Έλα στο θείο» (1950) του Νίκου Τσιφόρου αλλά αυτή που την έκανε πασίγνωστη ήταν «Η κάλπικη λίρα» (1955) του Γιώργου Τζαβέλλα. Έπαιξε και σ’ άλλες γνωστές ταινίες όπως : «Το σοφεράκι» (1953), « Η ωραία των Αθηνών» (1954), «Ο σκληρός άνδρας» (1961), «Ο φαλακρός μαθητής» (1979) κ.ά.
Η Σπεράντζα έγραψε ιστορία στο μουσικό θέατρο και συνεργάστηκε με όλους τους μεγάλους ηθοποιούς της επιθεώρησης της εποχής της! Το μπρίο , η σκηνική παρουσία , η θηλυκότητα που εξέπεμπε την έκαναν ιδιαίτερα αγαπητή στο κοινό κι ιδιαίτερα στο αντρικό. Παρ’ όλα αυτά εκείνη με την προσωπική της ζωή έδειξε πόσο συνειδητοποιημένη ήταν.Η Βρανά έγραψε ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο με τίτλο «Τολμώ» που έκανε μεγάλη επιτυχία! Η επιτυχία αυτή την έκανε να συνεχίσει τη γραφή και να εκδώσει τα βιβλία « Το θέατρο, τα μπουλούκια κι εγώ», το «Επιθεώρηση, καψούρα μου!», «Ο οργασμός του μπράβο» αλλά και άλλα που δεν έχουν να κάνουν με το θέατρο.
Τα τελευταία χρόνια (από το 1985) η Σπεράντζα είχε αποσυρθεί από την ενεργό δράση. Ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα θα της αλλάξει τη ζωή και θα την καθηλώσει σε καροτσάκι. Εκείνη όμως , φύση αισιόδοξη, δεν το βάζει κάτω κι εμφανίζεται συχνά σε τηλεοπτικές εκπομπές δίνοντας συνεντεύξεις προσφέροντας σε όλους λίγη από την θετική της ενέργεια!
Το 1999 εμφανίζεται για τελευταία φορά σε ταινία. Ήταν το «Safe sex» των Ρέππα-Παπαθανασίου , ενώ πέρσι (2008)εμφανίστηκε στο Ηρώδειο , για τελευταία φορά στο κοινό, στην μουσική παράσταση «Αυτά που κάψαν το σανίδι» των Κραουνάκη –Νικολακοπούλου. Η Σπεράντζα τραγούδησε – καθισμένη στην πρώτη σειρά, αφού δεν μπορούσε να ανέβει στη σκηνή – το «Μονοπάτι» και καταχειροκροτήθηκε από τους χιλιάδες θεατές δείχνοντας το μεγαλείο και την τέχνη της!

17 Οκτ 2009

ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ

Τα μουσικά όργανα που χρησιμοποιούν οι Πόντιοι είναι έγχορδα, πνευστά και κρουστά. είναι όργανα παραδοσιακά, που τα κατασκευάζουν ειδικοί λαϊκοί τεχνίτες.
Λύρα: Το βασικό μουσικό όργανο των Ποντίων. Έχει τρεις χορδές και παίζεται με δοξάρι. Κατασκευάζεται κυρίως από ξύλο δαμασκηνιάς «κοκκίμελον». Η όλη δομή της ποντιακής λύρας εμφανίζει χαρακτηριστικά στοιχεία βυζαντινής προέλευσης, αλλά η απώτατη προέλευσή της ανάγεται στη μυθική εποχή. Είναι εφεύρεση του Ερμή, όπου τη χάρισε στον Απόλλωνα. Αποκαλείται και «κεμεντζέ», ή «κεμεντζόπον» που σημαίνει βιολάκι.
Γαβάλ: Έχει και άλλες ονομασίες όπως : Γαβαλόπον, καβάλ’ και καβαλόπον. Πρόκειται για τουρκική ονομασία. Σε ορισμένες περιοχές του Πόντου ονομάζεται «χειλιά-βριν», χειλέων αυλός, δηλαδή αυλός που παίζεται με τα χείλη. Είναι κατ’εξοχήν μουσικό όργανο του τσοπάνου. Πνευστό που κατασκευάζεται από ξύλο. Μοιάζει με ξύλινο σωλήνα, όπου σε ευθεία γραμμή και σε κανονικά διαστήματα ανοίγονται έξη τρύπες, για τις αντίστοιχες νότες.
Αγγείον: Είναι ο αρχαίος άσκαυλος. Στην ποντιακή διάλεκτο έχει διάφορες ονομασίες: Αγγείον, τουλούμ, τούλουμπαν. Στους μη Πόντιους είναι γνωστό ως «γκάιντα» ή «τσαμπούνα».
Η Ζουρνά και το ταούλ: Η ζουρνά ή ζουρνάς είναι είδος αυλού. Ο ήχος της είναι οξύς. Αποτελεί εξέλιξη του αρχαίου «οξύαυλου». Απαραίτητος σύντροφος του ζουρνά είναι το νταούλι, όργανο κρουστό. Με το ταούλ και την ζουρνάν, ο γάμος παίρνει πανηγυρικό χαρακτήρα.
Κεμανέ: Είναι ένα είδος λύρας σε μεγαλύτερο όμως μέγεθος. Δεν είναι τόσο διαδεδομένη όπως η λύρα, ωστόσο είναι γνωστή σε αρκετές περιοχές του Πόντου.
Οι κυριώτεροι χοροί του Ποντιακού λαού είναι:
1. Λάχανα
2. Κότσαρι
3. τρυγόνα
4. Διπάτ
5. Τικ
6. Τας
7. Πιτσάκοϊ
8. Τσαντσάρα
9. Λετσίνα
10. Σαρίγγους
11. Γέμουρα
12. Πυρρίχιος
Ήταν οι Έλληνες κάτοικοι του Πόντου. Δραστήριοι και ικανοί επέβαλαν τον ελληνικό πολιτισμό σ’ όλους τους κατοίκους του Πόντου. Κρατούσαν στα χέρια τους την οικονομική ζωή των μεγάλων κέντρων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Κτηνοτρόφοι και γεωργοί, τεχνίτες και έμποροι, ναυπηγοί από τα χρόνια τα παλιά και κατασκευαστές όπλων της εποχής παράγουν εκλεκτής ποιότητας προϊόντα. Έχουν απέραντη αγάπη στα γράμματα, τις τέχνες, τις επιστήμες, τις μούσες. Εκατοντάδες ελληνικά σχολεία και δάσκαλοι στον Πόντο , όχι μόνο δημοτικά αλλά και ημιγυμνάσια, με επικεφαλής το Φροντιστήριο Τραπεζούντας που μαζί με τη Μεγάλη του Γένους Σχολή και την Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης αποτελούν τους τρεις περίλαμπρους ελληνικούς πνευματικούς φάρους της Ανατολής.
Με τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου τα συμφέροντα των Μεγάλων και τα λάθη των Ελλήνων οδηγούν στη μικρασιατική καταστροφή. Με τη συνθήκη της Λωζάνης γίνεται ανταλλαγή των πληθυσμών. Πάνω από 300.000 Έλληνες του Πόντου εξοντώνονται από τις σφαγές των Τούρκων και το μαρτύριο της εξορίας. Περί τις 400.000 έρχονται στην Ελλάδα. Οι ξεριζωμένοι εγκαταλείπουν την πατρική γη τους και όλα τα υπάρχοντά τους. Παίρνουν μαζί τους τα ιερά κειμήλια και την πολιτιστική τους κληρονομιά.

16 Οκτ 2009

NEIL YOYNG - Ενας ηγέτης της σύγχρονης μουσικής

Μεγάλη εντύπωση μου προκάλεσε μία αναφορά του Bob Dylan στον Neil Young, σε μία σχετικά πρόσφατη συνέντευξη που έδωσε στο μουσικό περιοδικό Rolling Stone.
Δεν έχουμε συνηθίσει σε τέτοιου ύφους δηλώσεις από καλλιτέχνες της εμβέλειας και της αξίας του Dylan, ο οποίος στη συνέντευξη που έδωσε για το περιοδικό, είπε ότι ταξίδεψε στο Τορόντο και αναζήτησε την πόλη Winnepeg, όπου μεγάλωσε ο Neil Young μετά τον χωρισμό των γονιών του, όταν ήταν 12 ετών, μόνο και μόνο για να δεί τα τοπία που έβλεπε από το παράθυρό του όταν ήταν νεαρός και άγνωστος ο μεγάλος καναδός τραγουδοποιός, ο οποίος σημειωτέον είναι, σύμφωνα με τους ειδικούς, επηρεασμένος από τη μουσική του Dylan.
Η αλήθεια είναι ότι η πορεία του Neil Young στη μουσική είναι τόσο σημαντική, ώστε είναι λογικό να αναζητήσει κανείς οτιδήποτε έχει σχέση με την εξέλιξή του και τις ενδεχόμενες πηγές που τον έχουν εμπνεύσει όλα αυτά τα χρόνια, που πλησιάζουν τον μισό αιώνα.
Υπάρχουν βέβαια και άλλοι καλλιτέχνες που έχουν στην εποχή μας μεγάλη σε χρονική διάρκεια συμμετοχή στα μουσικά πράγματα, ο Young όμως είναι από αυτούς που ξεχωρίζουν, γιατί κάθε νέο του άλμπουμ καταφέρνει, ανεξαρτήτως του αν είναι τόσο καλό όσο τα παλαιότερα, να απασχολεί τα μουσικά περιοδικά και γενικά το σύνολο του Τύπου, σαν να πρόκειται για άλμπουμ που κυκλοφόρησε ένας 20χρονος νέος δημιουργός.
Διανύοντας την πέμπτη καλλιτεχνική δεκαετία του, ο Young έχει κατά καιρούς πειραματιστεί με διάφορα είδη μουσικής, όπως το swing, η τζαζ, τα μπλουζ, το ροκαμπίλι και η ηλεκτρονική μουσική, αλλά το ακουστικό και ηλεκτρικό κιθαριστικό ροκ είναι το είδος που έδειξε ότι αγαπάει περισσότερο, μέσα από τις ηχογραφήσεις του. Πριν από περίπου έναν μήνα, κυκλοφόρησε σε 8 cd το Neil Young Archives-Vol. 1 (1963-1972), μια έκδοση με επιλεγμένα τραγούδια, που θα την ακολουθήσουν και άλλες που θα καλύπτουν όλο το φάσμα της καριέρας του, γιατί δεν είναι εύκολο να καλύψει κανείς, έστω και σε 8 cd, μία πορεία που αφορά κυκλοφορία σχεδόν 50 άλμπουμ, με υλικό και συμμετοχές σε τόσα πολλά συγκροτήματα, όπως αυτά στα οποία έχει συμμετάσχει κατά καιρούς ο Young.
Εκτός από τις προσωπικές του ηχογραφήσεις, στα 128 τραγούδια, από τα οποία τα 48 εκδόθηκαν για πρώτη φορά, περιλαμβάνονται και τραγούδια με τα συγκροτήματά του Crosby, Stills, Nash and Young και Buffalo Springfield.
Ηδη από το Γυμνάσιο είχε αρχίσει να παίζει σε διάφορα συγκροτήματα με φίλους του στις αρχές της δεκαετίας του '60 και τελειώνοντας επέστρεψε στο Τορόντο, όπου άρχισε να κάνει εμφανίσεις σε διάφορα μικρά κλαμπ, στα οποία κυριαρχούσε η μουσική φολκ, σ' ένα αντίστοιχο μουσικό κίνημα με αυτό της Νέας Υόρκης στην ίδια περίοδο. Εκεί θα γνωρίσει τους μετέπειτα φίλους του Steve Stills, Richie Furay και Joni Mitchell, η οποία θα γράψει αργότερα το Circle Game επηρεασμένη από το Sugar Mountain του Neil Young.
Στο συγκρότημα των Mynah Birds είχε μαζί του τον μαύρο Rick James που στη δεκαετία του '70 θα φτιάξει μερικά καταπληκτικά φανκ τραγούδια, όπως τα Superfreak και Give It Το Me. Με τη διάλυση του συγκροτήματος, ο Young και ο μπασίστας του γκρουπ Bruce Palmer αποφασίζουν να εγκαταλείψουν το Τορόντο και με την Pontiac του Young ταξίδεψαν στο Λος Αντζελες, όπου αναζήτησαν τους Steve Stills και Richie Furay και έφτιαξαν μαζί τους το συγκρότημα των Buffalo Springfield, που μαζί με τους Byrds ήταν αυτοί που με τον ήχο τους έβαλαν τις βάσεις για το λεγόμενο κάντρι ροκ, ένα είδος που για πολλά χρόνια θα παίξει σημαντικό ρόλο στη μουσική και οι προεκτάσεις του θα φτάσουν μέχρι και τις μέρες μας. Αρχικά το συγκρότημα είχε το όνομα Herd, αλλά για να μην τους μπερδεύουν με το βρετανικό συγκρότημα του Peter Frampton, λίγο πριν από την κυκλοφορία του πρώτου τους άλμπουμ, άλλαξαν το όνομά τους.
Η πρώτη μεγάλη επιτυχία τους ήταν το For What It's Worth και η περιοδεία που έκαναν με τους Byrds, βοήθησε στο να γίνουν γνωστοί σε όλη την Αμερική με το κάντρι-φολκ ροκ τους, όμως οι αρκετές μουσικές διαφορές που είχαν μεταξύ τους τα μέλη, οδήγησαν στη διάλυσή τους και ο Neil Young με τον Steve Stills ασχολήθηκαν με την προσωπική τους καριέρα. Ο Young θα κυκλοφορήσει τον Ιανουάριο του 1969 το πρώτο του προσωπικό άλμπουμ με τίτλο το όνομά του. Την ίδια χρονιά θα ηχογραφήσει μέσα σε 15 μέρες το δεύτερο άλμπουμ του Everybody Knows This Is Nowhere με το νέο συγκρότημά του, που αποτελούνταν από μουσικούς όπως ο κιθαρίστας Danny Whitten. Το συγκρότημα είχε το όνομα The Rockets και ο Young θα το αλλάξει σε Crazy Horse. Στο άλμπουμ αυτό υπάρχουν τρία από τα πιο γνωστά του τραγούδια, Cowgirl In The Sand, Cinnamon Girl και Down By The River.
Αυτός ο ξεχωριστός προσωπικός ήχος θα είναι ο πρόδρομος της έκρηξης του Grunge, που θα εμφανισθεί αρκετά χρόνια αργότερα με συγκροτήματα όπως οι Nirvana και οι Pearl Jam. Ετσι ο Neil Young ουσιαστικά έχει συμμετοχή στη δημιουργία ενός ακόμα μουσικού είδους μετά το κάντρι ροκ, ενώ θα είναι και αυτός που ουσιαστικά θα καθιερώσει τα ακουστικά κονσέρτα, τα οποία θα ονομασθούν Unplugged.
Με τον Stills θα συνεργαστεί λίγο αργότερα και στους Crosby, Stills, Nash and Young, συγκρότημα με το οποίο ο Young ηχογράφησε ένα μόνο στούντιο άλμπουμ, το Deja Vu, χωρίς να διακόψει την προσωπική του καριέρα, γιατί δεν ήθελε, όπως δήλωσε αργότερα, να κάνει αυτό που έκανε ο Joe Walsh με τους Eagles, δηλαδή να γίνει μόνιμο μέλος τους. Στη συνέχεια προέκυψε και το live Four Way Street.
Το 1970 θα κυκλοφορήσει το After The Goldrush, με τον 17χρονο τότε πιανίστα Nils Lofgren να παίζει σημαντικό ρόλο στην ηχογράφηση. Στο άλμπουμ αυτό υπήρχαν τα Southern Man, Only Love Can Break Your Heart, When You Dance You Can Really Love και Don't Let It Bring You Down.
Το Harvest, που θα ακολουθήσει το 1972, θα φέρει τη μουσική του Neil Young σε κάθε γωνία του κόσμου και θα γίνει η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία του χάρη στο Heart Of Gold, αλλά θα περιλαμβάνει και άλλα αξέχαστα τραγούδια του, όπως τα Old Man, Are You Ready For The Country και The Needle and The Damage Done, που γράφτηκε για τον φίλο και κιθαρίστα των Crazy Horse, Danny Whitten, που ήταν ένα ακόμα θύμα της ηρωίνης.
Στη δεκαετία του '70 συνέχισε να κυκλοφορεί καταπληκτικά άλμπουμ, όπως τα On The Beach (1974), Tonight's The Night (1975), Zuma (1975), Comes Α Time (1978), Rust Never Sleeps, στο οποίο χωρίζει τις πλευρές των δίσκων σε ακουστικά και ηλεκτρικά ακούσματα, με το Out Of The Blue να είναι αφιερωμένο στον Johnny Rotten και τους Sex Pistols, και το Live Rust το 1979.
Στη δεκαετία του '80 ηχογραφεί μία σειρά από ενδιαφέροντα άλμπουμ, αλλά κλείνει εντυπωσιακά με το Freedom, στο οποίο υπάρχει το Rockin' In The Free World. Το ίδιο εντυπωσιακά ανοίγει και η δεκαετία του '90 με δύο σημαντικά άλμπουμ, όπως τα Ragged Glory (1990) και Weld (1991). Ο Young θα συνεχίσει να είναι ιδαίτερα παραγωγικός σε όλη τη δεκαετία, κυκλοφορώντας εννέα ακόμα άλμπουμ, με ανάμεσά τους το πολύ καλό Unplugged.
Την ίδια τακτική θα ακολουθήσει και στη δεκαετία του '90, κυκλοφορώντας και δύο άλμπουμ μέσα σε κάθε χρονιά, συχνά με ανέκδοτο παλιό υλικό.
Ενα άλλο κρυφό για πολλούς ταλέντο που έχει ο Young είναι η σκηνοθεσία, και με το ψευδώνυμο Bernard Shakey έχει σκηνοθετήσει ταινίες κυρίως σε ύφος ντοκιμαντέρ, όπως τα Journey Through The Past (1973), Rust Never Sleeps (1979), Human Highway (1982), Greendale (2003) και CSNY Deja Vu (2008).
Δεν είναι λίγοι αυτοί που ισχυρίζονται ότι ο Young υστερεί μόνο σε σύγκριση με τον Dylan από τους εν ζωή μουσικούς που έχουν επηρεάσει περισσότερο το σημερινό ροκ, και μάλλον έχουν δίκιο.
Από τον Γιάννη Πετρίδη

6 Οκτ 2009

H μουσική Gothic

Η μουσική είναι απόδραση, εκτόνωση, καταφύγιο... είναι ταξίδι. Όπως το heavy metal έτσι το gothic metal/rock είναι από τα είδη με τις πιο « αποδραστικές τάσεις ». Το gothic είναι ένα μουσικό ιδίωμα που έχει γίνει έντονο αντικείμενο συζήτησης και κριτικής. Γεννήθηκε για να εκφράσει την ατομικότητα, το συναίσθημα, την ψυχή, είναι η εσωτερική παλίρροια, σιωπηλή και επικίνδυνη.
Το Goth έγινε κίνημα από τις στάχτες του punk, τίποτα όμως δεν θα γινόταν έτσι όπως έγινε αν δεν υπήρχαν οι πρώτοι γότθοι, οι γότθοι πριν το Goth. Τα πρώτα συγκροτήματα ήταν πολύ ζωηρά μουσικώς επειδή χαρακτηρίζονταν από δυνατές τυμπανοκρουσίες. Στη δεκαετία του ’80 οι Joy Division ασκούν την μεγαλύτερη μουσική επιρροή με τραχιές κιθάρες, τη γοτθική αισθητική των εξώφυλλων τους και κατάθλιψη. Το gothic κίνημα άρχισε να θεωρείται αυτόνομο μόλις το 1981. στη δεκαετία αυτή ξέσπασε και δεύτερο κύμα του gothic, το gothic rock. Οι Sisters of Mercy χαρακτηρίστηκαν από τα βαθιά φωνητικά και τους απλούς ρυθμούς των drum machine. Πολλά συγκροτήματα προσπάθησαν να ακολουθήσουν τα βήματα των Sisters of Mercy, είτε ακολουθώντας πιστά το παράδειγμα τους, είτε πειραματιζόμενοι με νέους ήχους. Έτσι. Αργότερα υπήρξε κάποια διασταύρωση με την industrial σκηνή και πολλά συγκροτήματα πρόσθεσαν τον ηλεκτρονικό ήχο και έτσι δημιουργήθηκε το cybergothic. Ακόμα, υπάρχει το ambient Goth το οποίο χαρακτηρίζεται από τη μελωδική ενορχήστρωση και τα γυναικεία φωνητικά. Όσο για το gothic metal είναι δύσκολο να πει κάποιος τι είναι ακριβώς αλλά το όλο ζήτημα του gothic metal έχει να κάνει μ’ ένα συγκεκριμένο συναίσθημα. Οι Paradise Lost είναι μία χαρακτηριστική περίπτωση.
Στα μέσα της δεκαετίας των ’90 ήταν για την Gothic μία μεταβατική περίοδος με συγκροτήματα όπως ο Marilyn Manson, οι HIM και διάφορα άλλα να χαρακτηρίζονται ως μία μίξη gothic και industrial μουσικής. Δυστυχώς αυτό έφερε μία ρήξη στην σκηνή καθώς οι παλιοί δεν τα υιοθέτησαν ως gothic και οι καινούργιοι οπαδοί στρέφονταν σε πιο εμπορικά συγκροτήματα.Το κύριο μέρος της σκηνής μεταφέρεται στην ηπειρωτική Ευρώπη αφού πλέον γίνεται χαμός, μπάντες βγαίνουν από παντού και οι επιρροές των επιρροών ανοίγουν νέα ρεύματα
Το Goth είναι ένα ύφος της μουσικής και μία μόδα, όπως και το punk. Όσο αφορά στους στίχους των gothic κομματιών, η Goth τείνει να είναι αρκετά ρομαντική μα και ταυτόχρονα, σκοτεινή και τα φωνητικά επιβλητικά και τρομακτικά ή μελοδραματικά.
Κάποια χαρακτηριστικά μουσικά συγκροτήματα είναι οι Bauhaus, Christian Death, Joy Division, Sisters of Mercy, Siouxsie and the Banchees, The Cult, The Mission, Fields of the Nephilim, Paradise Lost, Type O Negative, Moonspell, Katatonia, Theatre of Tragedy και πολλά άλλα.
Το gothic είναι ένα καταφύγιο για πολύ ευαίσθητων, ρομαντικών ανθρώπων αλλά όσοι ακούν αυτό το είδος μουσικής δεν ντύνονται απαραίτητα στο ανάλογο ύφος και οι άνθρωποι που μοιάζουν με Goths δεν συμπαθούν απαραιτήτως τη Goth μουσική. Στη σπάνια περίπτωση που κάποιος μοιάζει με ένα Goth και ακούει αυτό το είδος μουσικής οι πιθανότητες να είναι πραγματικά Goth είναι αρκετές, ειδικά αν το αρνείται!!! Οι gothic είναι καταθλιπτικοί και σκοτεινοί άνθρωποι, αποφεύγουν να γελάνε δημοσίως και μερικές φορές νομίζουν ότι είναι ... βαμπίρ μέχρι ν’ αντικρίσουν αληθινό αίμα όπου λιποθυμούν! Ακόμα, κάνουν φασαρία για το πόσο μοναχικοί είναι και τους αρέσει να τους κοιτάνε και συνήθως κυκλοφορούν κατά μεγάλες ομάδες. Όλοι έχουν ένα πομπώδες ψευδώνυμο όπως Morticia, Vlad δεν μπορούν να κυκλοφορούν με το κανονικό τους όνομα.
Οι πρώτοι gothsters είχαν πολλά κοινά στοιχεία με τους punk. Συνήθως οι Goth τους αρέσει να φοράνε δερμάτινα, βελούδα, κάπες κλπ, ακόμα και τον Ιούλιο. Επίσης, φαντασιώνουν φτερά στην πλάτη τους και οι κάπες και οι καμπαρτίνες είναι το υποκατάστατο. Χρησιμοποιούν πολύ τα διχτυωτά αξεσουάρ και χρησιμοποιούν απαραιτήτως make up που κάνει το πρόσωπο τους πολύ άσπρα και πολύ μαύρο eyeliner (και για τους άνδρες και για τις γυναίκες)“Πιστεύω ότι δεν είναι σωστό να βάζει κάποιος στο περιθώριο τους ανθρώπους που έχουν διαφορετική κουλτούρα, διαφορετικά ιδεώδη.. αν πλησιάσεις κάποιον από αυτούς ίσως ανακαλύψεις έναν ενδιαφέρον άτομο ευαίσθητο, ρομαντικό και πνευματώδες. Το διαφορετικό δεν είναι απαραίτητα κακό.”

3 Οκτ 2009

Radio Caroline

Στη Μεγάλη Βρετανία, και in the days before rock ’n’ roll, όπως λέει ο Van Morrison, η μουσική ενημέρωση και διασκέδαση ήταν μονοπώλιο του BBC, αφού ήδη από τη δεκαετία του ’20, οι αρχές είχαν εντοπίσει την αξία του ραδιόφωνου ως μέσου ελέγχου και προπαγάνδας. Το BBC μετέδιδε ειδήσεις, θεατρικά έργα και «σοβαρή» μουσική, στην οποία δεν ανήκε φυσικά το rock ’n’ roll. Όπως αναφέρει ο Charlie Gillett στον Ήχο Της Πόλης, το βρετανικό rock καθυστέρησε μια δεκαετία λόγω της ανυπαρξίας ανεξάρτητων εταιρειών δίσκων και κυρίως ενός ανεξάρτητου ραδιοφώνου για να το στηρίξει. Μετά τον πόλεμο, το Ράδιο Λουξεμβούργο δοκίμασε να αμφισβητήσει το κρατικό μονοπώλιο, νοικιάζοντας μερικές ραδιοσυχνότητες, εντούτοις, η εμβέλειά του ήταν περιορισμένη στις βραδινές ώρες και το σήμα του αδύναμο. Επιπλέον, επειδή ήταν ο μόνος σταθμός που έπαιζε νεανική μουσική, οι μεγάλες εταιρείες δίσκων «αγόραζαν» ουσιαστικά το χρόνο του για να προωθήσουν τις παραγωγές τους.
Αυτό συνειδητοποίησε ο Ιρλανδός ατζέντης Ronan O’ Rahilly, στις αρχές του ’60, όταν δοκίμασε να διαφημίσει τον Georgie Fame• κανένα ραδιόφωνο δεν ήταν διαθέσιμο. Με το γνωστό ιρλανδέζικο πείσμα, ο O’ Rahilly αποφάσισε να φτιάξει έναν δικό του ραδιοσταθμό, μιμούμενος τους πλωτούς αμερικανικούς ραδιοσταθμούς στα ανοιχτά της Καλιφόρνιας, οι οποίοι από τη δεκαετία του ’30 εξέπεμπαν μουσική και διαφημίσεις, καλύπτοντας το γεγονός ότι ήταν πλωτές χαρτοπαικτικές λέσχες. Ο O’ Rahilly συνέλαβε την ιδέα να χρησιμοποιήσει ένα πλοίο αγκυροβολημένο στα ανοιχτά των βρετανικών ακτών, όπου οι αρχές δεν είχαν καμία δικαιοδοσία. Με 250.000 λίρες δανεικές, αγόρασε το παλιό οχηματαγωγό Federicia και στις 29 Μαρτίου του 1964, γεννήθηκε το Radio Caroline, το οποίο πήρε το όνομά του από την κόρη του προέδρου Τζον Κένεντι, και έκανε ρίμα με τη συχνότητα του σταθμού: This is Radio Caroline on 199. Το πρώτο μουσικό σήμα του σταθμού ήταν το Round midnight του Thelonious Monk, στην εκτέλεση του Jimmy McGriff, ενώ το πρώτο τραγούδι που μετέδωσε ο σταθμός ήταν το Not fade away των Rolling Stones.Συγχρόνως με το Radio Caroline, ξεκίνησε η λειτουργία κι ενός ακόμα πλωτού ραδιοσταθμού, του Radio Atlanta. Τελικά, οι ιδιοκτήτες τους τα βρήκαν, και ο πρώτος μετονομάστηκε σε Radio Caroline North, καθώς ήταν αγκυροβολημένος στα ανοιχτά της Νήσου Μαν, ενώ ο δεύτερος σε Radio Caroline South, αφού βρισκόταν στα ανοιχτά του Έσεξ. Μέσα σε λίγους μήνες, το φθινόπωρο του 1964, το Radio Caroline είχε περισσότερους ακροατές από τα τρία προγράμματα του BBC μαζί. Βλέποντας την επιτυχία αυτή, κι άλλοι πλωτοί ραδιοσταθμοί άρχισαν να φυτρώνουν σαν μανιτάρια: το Radio Sutch του εκκεντρικού τραγουδιστή Screaming Lord Sutch, το Radio London, το Radio Invicta, το 390 Radio κ.λπ.
Το πρόγραμμα των πειρατικών αυτών σταθμών ήταν μια χοντροκομμένη απομίμηση των αμερικανικών ιδιωτικών ραδιοσταθμών: έπαιζαν τις επιτυχίες του Top-40 όπως δημοσιεύονταν κάθε βδομάδα στο Billboard, παρουσίαζαν τις νέες κυκλοφορίες, έκαναν αφιερώματα στα golden oldies, και μετέδιδαν δελτία ειδήσεων και καιρού σε τακτές ώρες, διανθισμένα από τα χαρακτηριστικά μουσικά σήματα (jingles) του κάθε σταθμού.
Το BBC, στην προσπάθειά του να ανταγωνιστεί τους πειρατές, έσπευσε να δημιουργήσει το Radio One, στο οποίο έπαιζε την πιο νερωμένη pop, ενώ η βρετανική κυβέρνηση των Εργατικών του Χάρολντ Ουίλσον, παρά τις απειλές της, περιορίστηκε στην παραπομπή του θέματος στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Η ανοχή προς τους πειρατές έπαψε το 1967 όταν οι Εργατικοί βγήκαν ενισχυμένοι από τις εκλογές της προηγούμενης χρονιάς, και οι ίδιοι οι πειρατές τούς έδωσαν μια σοβαρή αφορμή για πιο δραστικά μέτρα. Στη διάρκεια συμπλοκής, ο ταγματάρχης Oliver Smedley, ιδιοκτήτης του Radio Atlanta, δολοφόνησε τον Reg Calvert, τον ιδιοκτήτη του Radio City. Στις 14 Αυγούστου 1967, η κυβερνητική πλειοψηφία με την ανοχή της αντιπολίτευσης ψήφισε το κλείσιμο όλων των πλωτών σταθμών. Παρά την προσπάθεια των «πειρατών» να αλλάξουν προφίλ και την αντίδραση των εκατομμυρίων ακροατών τους, οι πειρατικοί άρχισαν να κλείνουν ο ένας μετά τον άλλο. Ο O’Rahilly μετακόμισε το Radio Caroline σ’ ένα πλοίο στα ανοιχτά της Ολλανδίας, το νέο πείραμα όμως δεν πέτυχε. Χωρίς τα έσοδα των διαφημίσεων, το Radio Caroline χρεοκόπησε κι έκλεισε οριστικά το 1968.Οι περισσότεροι ιστορικοί του rock ’n’ roll συμφωνούν ότι η συμβολή των πειρατικών σταθμών στην εξέλιξη της pop μουσικής έχει υπερτιμηθεί. Το σίγουρο είναι ότι ανάγκασαν το BBC να αλλάξει, να εκσυγχρονισθεί και να προσαρμοστεί στα καινούργια μουσικά δεδομένα. Η ομάδα των ταλαντούχων DJs που ξεκίνησαν τη σταδιοδρομία τους στους πειρατικούς, όπως ο Simon Dee, ο John Peel και ο Tony Blackburn, στελέχωσε το κρατικό ραδιόφωνο, τον μουσικό τύπο και τις εταιρείες δίσκων, διευκολύνοντας τη διάδοση των καινούργιων μουσικών ειδών. Τέλος, η δομή της λειτουργίας τους και το αντάρτικο πνεύμα τους μεταλαμπαδεύτηκε στην ελεύθερη ραδιοφωνία της δεκαετίας του ’70 και ’80, η οποία εξαπλώθηκε σε όλη την Ευρώπη, αμφισβητώντας πια οργανωμένα το κρατικό μονοπώλιο.

Ο πρώτος Έλληνας ραδιοπειρατής
Ο Μανώλης Νταλούκας στο βιβλίο του Ελληνικό Ροκ αναφέρει τον πρώτο Έλληνα ραδιοπειρατή. Ήταν ο Κώστας Γαστουνιώτης, ο οποίος μαθητής ακόμα, έφτιαξε έναν πομπό στα Τσουκαλέικα της Πάτρας και μετέδιδε ρεμπέτικα και rock ’n’ roll. Ο Γαστουνιώτης, αληθινή ιδιοφυία στα ηλεκτρονικά, παρέμεινε ασύλληπτος για δύο ολόκληρα χρόνια, αφού δεν κατόρθωσαν να τον εντοπίσουν ούτε τα ραδιογωνιόμετρα της αστυνομίας. Παραδόθηκε μόνος όταν η αστυνομία άρχισε να συλλαμβάνει διάφορους τεχνικούς της Πάτρας.




πηγή:pop+rock

30 Σεπ 2009

ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ ΣΤΟ ΤΡΟΦΩΝΙΟ ΩΔΕΙΟ

Στο Τροφώνιο Ωδείο λειτουργεί για τέταρτη χρονιά ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ.
Διδάσκεται υποκριτική ,ορθοφωνία θεατρικό παιχνίδι , ιστορία θεάτρου.
Λειτουργούν τμήματα για παιδιά -εφήβους και μεγάλους
Οι μαθητές συμμετέχουν σε θεατρικά δρώμενα και παραστάσεις.
Υπεύθυνη τμήματος: ΠΟΠΗ ΝΙΚΗΤΑ
Τα μαθήματα ξεκινούν την Παρασκευή 2 Οκτώβριου 2009
Πληροφορίες –εγγραφές : Μπουφίδου 39 Δευτέρα έως Παρασκευή 4μμ-9μμ και στα τηλέφωνα 2261087570,37437 , 6976861410

25 Σεπ 2009

ΤΟ ΓΡΑΜΜΟΦΩΝΟ

Η εφεύρεση του φωνογράφου το 1877 από τον Thomas Edison ακολουθήθηκε από πολλούς μιμητές.
Το 1886 ο Alexander Graham Bell, ο ξάδελφος του Chichester Bell και ένας βοηθός του ο Charles S.Tainter, κατοχυρώνουν δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για σημαντικές βελτιώσεις στον αρχικό φωνόγραφο του Edison, με καθυστέρηση έξι ετών απ΄ τη στιγμή που ξεκίνησαν την έρευνά τους. Ονομάζουν τη μηχανή τους Graphophone (γραφόφωνο) που έγινε η βάση της επιχείρησης της COLUMBIA.
Και οι δύο εφευρέσεις χρησιμοποίησαν έναν κύλινδρο, που κατέγραφε τον ήχο σε ένα αυλάκι, καθώς αυτός περιστρεφόταν. Η κύρια διαφορά μεταξύ του φωνογράφου και του γραφόφωνου, τουλάχιστον αρχικά, ήταν ότι το graphophone χρησιμοποίησε το κερί ως μέσο καταγραφής αντί για το φύλλο αλουμινίου-κασσίτερου, και η καταγραφή κόπηκε ή σμιλεύτηκε στο κερί αντί για την αποτύπωση σε ανάγλυφο.
Όπως ακριβώς το graphophone το 1887 δανείστηκε πολλές ιδέες από τον Edison, ομοίως ο "βελτιωμένος φωνόγραφος" του Edison το 1888 ξαναδανείζεται από το graphophone. Σύντομα και οι δύο μηχανές ήταν έτοιμες για πώληση ή μίσθωση στο κοινό.
Τον Ιανουάριο του 1889 η COLUMBIA Phonograph Co. αρχίζει την εμπορική ζωή της, βασισμένη στα διπλώματα ευρεσιτεχνίας της προηγούμενης εταιρείας Graphophone Co. Πριν από το 1894, η COLUMBIA και η επιχείρηση του Edison είναι μέρος της εταιρείας North American Phonograph, αλλά αργότερα χωρίζονται και γίνονται ανταγωνιστές. Και οι δύο επιχειρήσεις αρχίζουν τις πωλήσεις φωνόγραφων για χρήση ως μηχανών υπαγόρευσης.Οι αρχικοί αγοραστές των νέων συσκευών ήταν επιχειρηματίες, δικηγόροι, δημοσιογράφοι δικαστηρίων, και άλλοι που χρησιμοποιούσαν αυτήν την περίοδο τη στενογραφία για να καταγράψουν τις σκέψεις ή να συνθέσουν τις επιστολές τους. Αν και η καταγραφή του ήχου, ως μηχανή για χρήση από επιχειρηματίες, έχει την ιστορία του, τον μεγαλύτερο αντίκτυπο καταγραφής του ήχου είχαν οι χρήσεις ψυχαγωγίας .
Οι πρώτες καταγραφές φωνογράφων και γραφοφώνων στο 1890 και στις αρχές του 20ου αιώνα παρουσίαζαν πολυάριθμα προβλήματα συμβατότητας. Και οι δύο επιχειρήσεις παρουσίαζαν παραλλαγές στη βασική τεχνολογία (κύλινδροι μακράς διαρκείας ή κύλινδροι μεγαλύτερης διαμέτρου) που δεν μπορούσαν να παιχτούν στις παλαιότερες μηχανές.
Οι επιχειρηματικοί φωνογράφοι και γραφόφωνα είχαν φτωχές πωλήσεις στα πρώτα χρόνια της κυκλοφορίας τους και η βιομηχανία φωνογράφων ήταν κοντά στην πτώχευση. Αλλά το 1899, οι τοπικοί αντιπρόσωποι ανακάλυψαν έναν πιο προσοδοφόρο τρόπο να χρησιμοποιήσουν τις μηχανές για δημόσια διασκέδαση: Στις εμπορικές στοές, οι οποίες ήταν αρκετά δημοφιλείς εκείνη την εποχή, τοποθετήθηκαν φωνόγραφοι που λειτουργούσαν με κέρματα, και έπαιζαν τραγούδια καταγεγραμμένα σε κυλίνδρους. Το κοινό τους αγάπησε.
Οι διάφορες επιχειρήσεις που κατασκεύαζαν φωνογράφους, γρήγορα έκαναν τις απαραίτητες μετατροπές και μερικές απ΄ αυτές τις ξανασχεδίασαν, έτσι ώστε αυτές να είναι φτηνές και απλές, ελπίζοντας ότι οι άνθρωποι θα τους αγόραζαν για τα σπίτια τους.
Ο Emile Βerliner το 1896 συνεργάστηκε με τον Eldridge Johnson, ένα μηχανικό από το Camden του New Jersey, που σχεδίασε ένα βελτιωμένο γραμμόφωνο για την επιχείρηση του Βerliner. Σύντομα οι δύο ένωσαν τις δυνάμεις τους για να δημιουργήσουν την επιχείρηση Victor Talking Machine Company, το 1901. Η Victor στις απαρχές του 20ου αιώνα έγινε ένας από τους μεγαλύτερους κατασκευαστές των "ομιλουσών μηχανών" και των δίσκων. Από το 1897, ο Ε.Βerliner είχε συμφωνήσει για την ίδρυση ενός κλάδου της επιχείρησής του στο Λονδίνο. Αν και ήταν επίσημα γνωστή ως Gramophone Company, ήταν περισσότερο γνωστή από το εμπορικό σήμα των δίσκων του, που ονομαζόταν HIS MASTER VOICE, ή HMV, και από το Νipper το σκυλάκι, το οποίο έγινε αργότερα η μασκότ για τη Victor. Ο Emile Berliner, δημιούργησε επίσης την επιχείρηση Deutsche Grammofon με τον αδελφό του, το 1898. Σύντομα, οι τρεις επιχειρήσεις (Edison, Victor, και COLUMBIA) ήταν οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις δίσκων και συσκευών στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ η HMV και τα διάφορα υποκαταστήματα που συστάθηκαν από τον Edison και την COLUMBIA κυριαρχούσαν στην αγορά της Ευρώπης. Πωλούσαν περίπου 3 εκατομμύριο δίσκους ανά έτος μέχρι το 1900 στις ΗΠΑ μόνο. Η επιτυχία της βιομηχανίας δίσκων κατά τη διάρκεια των επόμενων δύο δεκαετιών αποτέλεσε φαινόμενο. Σύντομα, η βιομηχανία δίσκων ήταν μια από τις σημαντικότερες βιομηχανίες στον κόσμο.
Ο Δανός εφευρέτης Valdemar Poulsen κατοχυρώνει δίπλωμα ευρεσιτεχνίας το 1898 για την πρώτη συσκευή μαγνητικής καταγραφής του ήχου.
Το 1900 γίνονται εγγραφές σε δίσκους γραμμοφώνου - γυψιλάκα με 78 στροφές και διάρκειας 3 λεπτών. Το 1902, ενώ υπάρχουν ήδη εγγραφές κλασσικής και λαϊκής μουσικής, αρχίζει τις ηχογραφήσεις ο διάσημος τενόρος Henrico Carouso με μεγάλη επιτυχία, γεγονός που συνέβαλε και στην εξάπλωση του δίσκου.
Το 1906 η επιχείρηση ομιλουσών μηχανών Victor (Victor Talking Machine Company) μια σχετικά πρόσφατη επιχείρηση, προσφέρει το πρώτο "Victrola " της, ένα γραμμόφωνο, που τοποθετούσε το χωνί μέσα στο κιβώτιο, αντί εξωτερικά.Γραμμόφωνα
Η ιδέα μιας αληθινά φτηνής μηχανής, που θα μπορούσε να αναπαράγει ( αλλά όχι να καταγράψει ) τη μουσική, ήταν η έμπνευση για μια ακόμα επιτυχέστερη τεχνολογία, το γραμμόφωνο.
Ο ίδιος ο Edison είχε σκεφτεί για έναν φωνόγραφο δίσκων, αλλά ήταν ο Emile Βerliner, ένας Γερμανός μετανάστης στις ΗΠΑ, που έδωσε τη νέα ώθηση. Η σκέψη του Βerliner να χρησιμοποιήσει έναν δίσκο αντί ενός κυλίνδρου - ώστε η καταγραφή των ήχων να γινόταν σε συνεχή γραμμή από την περιφέρεια προς το κέντρο, επάνω σε δίσκους από ειδική πλαστική ύλη γραμμένους και από τις δυο πλευρές - θα εξασφάλιζε μεγάλο αριθμό αντιγράφων σε δίσκους.
Το 1894 ή το 1895- ο Emile Berliner, εισάγει το γραμμόφωνο στις ΗΠΑ (1889 στην Ευρώπη), χρησιμοποιώντας ένα δίσκο αντί ενός κυλίνδρου. Η καταγραφή του ήχου γινόταν σε οριζόντιες επίπεδες αυλακώσεις, αντί της μεθόδου «λόφων και κοιλάδων» του Edison. Ο Edison είχε πειραματιστεί με τους δίσκους το 1878, αλλά είχε αποφασίσει να μην τους χρησιμοποιήσει. Πολλοί θεωρούσαν ότι η κατακόρυφη μέθοδος («λόφων και κοιλάδων») οδηγούσε σε καλύτερες ηχογραφήσεις από την οριζόντια.
Από το 1893 άρχισε να πουλάει τα φτηνά γραμμόφωνά του και δίσκους των επτά ιντσών που κατασκευάζονταν από σκληρό λάστιχο.
Οι δίσκοι κατασκευάζονταν με μεγάλη πίεση πλαστικής ύλης πάνω σε μεταλλική μήτρα. Η μήτρα κατασκευαζόταν από μια αρχικά κέρινη πλάκα, η οποία επιμεταλλωνόταν με τη γαλβανοπλαστική μέθοδο. Η καταγραφή γινόταν σʼ ένα δίσκο ψευδάργυρου που επενδύθηκε με κερί. Μόλις χαρασσόταν μια καταγραφή στο κερί, ο δίσκος βυθιζόταν σε ένα διάλυμα οξέος, το οποίο εισχωρούσε, απορροφούσε το υλικό κάτω από το αυλάκι και χάραζε την καταγραφή στην επιφάνεια του ψευδάργυρου. Κατόπιν, χρησιμοποιώντας μια διαδικασία ηλεκτρολυτικής επιμετάλλωσης, ο δίσκος ψευδάργυρου μετατρεπόταν στη μήτρα –stamper-, που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για μαζική παραγωγή δίσκων, ασκώντας μεγάλη πίεση πλαστικής ύλης - βουλκανίτη (σκληρό λάστιχο) - πάνω σ΄ αυτή.
Τα γραμμόφωνα στόχευαν στην αγορά ψυχαγωγίας, και οι οικιακές εκδόσεις τους, δεν ήταν ικανές για ηχογράφηση. Η νέα εφεύρεση αρχικά είχε ένα μεγάλο χωνί για την ενίσχυση του ήχου, το οποίο κατόπιν συγχωνεύθηκε μέσα στο κιβώτιο της συσκευής και το διάφραγμα έγινε μεταλλικό. Η ταχύτητα του περιστρεφόμενου δίσκου ήταν 78 στροφές το λεπτό και η νέα αυτή τελειοποίηση της συσκευής έδωσε το γραμμόφωνο, που απέδιδε πιο καθαρά και σωστά τους ήχους. Για την ιστορία και την περιέργεια ας αναφέρουμε οτι οι πρώτες ειδήσεις που έφτασαν στην Eλλάδα για την εφεύρεση του φωνογράφου χρονολογούνται από το 1877 ! Πρόκειται για ρεπορτάζ από τις επιδείξεις του Kάρολου Kρό στο Παρίσι και περιγραφές του μηχανήματος του ως αξιοπερίεργου. H πιο παλιά πάντως γραπτή αναφορά που έχουμε εντοπίσει σχετικά με το πότε έφτασαν τα γραμμόφωνα στην Aθήνα, είναι αυτή του Aντώνη Bερβενιώτη από το βιβλίο του "H Aθήνα του 1900”
". . .εκτός από αυτούς τούς νεωτερισμούς (αερόστατο, αεροπλάνο, κινηματογράφος) ένα άλλο περίεργο, ήταν ό φωνογράφος, όπως τον έλεγαν τότε. Mεγάλη αίσθηση μας έκανε να ακούμε την φωνή του ανθρώπου που έβγαινε από ένα κουτί. Eνα τέτοιο μηχάνημα ήταν εξαιρετική πολυτέλεια τότε σ' ένα κέντρο ψυχαγωγίας. Tο μηχάνημα αυτό, το είχε τοποθετήσει ο ιδιοκτήτης ενός καφενείου στην πλατεία της Mητροπόλεως, επάνω σε ένα δέντρο και σκεπασμένο όπως ήταν από το πυκνό φύλλωμα, προκαλούσε την περιέργεια των θαμώνων και των διαβατών, οι οποίοι δεν ημπορούσαν να διακρίνουν από πού ήρχετο η φωνή..." Aυτή η πρώτη εμφάνιση των γραμμοφώνων επάνω στα...δέντρα της Aθήνας επιβεβαιώνεται και από προφορικές μαρτυρίες παλιών Aθηναίων γλεντζέδων, μουσικών κλπ. Oμως η δράση τους ήταν αρκετά περιορισμένη γιατί και ακριβά μηχανήματα ήσαν, αλλά το σπουδαιότερο, στο ρεπερτόριο τους δεν υπήρχαν ακόμα παρά ελάχιστα ελληνικά τραγούδια. Ωστόσο, με το τέλος της πρώτης δεκαετίας του αιώνα, αρχίζουν να φθάνουν οι δίσκοι με ελληνικά τραγούδια που εκδίδονταν στο εξωτερικό (Σμύρνη, Πόλη και Hνωμένες Πολιτείες)
Tι εσήμανε για τη μουσική ο δίσκος φωνογράφου, ήταν αδύνατο και να το φανταστεί κανείς τότε. Για να αποτιμηθεί η αξία των ηχογραφήσεων της πρώτης εποχής της δισκογραφίας, πρέπει να λογαριάσουμε απαραίτητα και ορισμένους καθοριστικούς παράγοντες, που σχετίζονται με τη φύση, την παραγωγή, και τη διάδοση αυτής της μουσικής.
πηγή:Ellinikosfm.com

20 Σεπ 2009

Η ΛΑΤΕΡΝΑ

Η λατέρνα είναι ένα αυτόματο μουσικό όργανο που αν και ογκώδες δεν χρησιμοποιείται μόνο σε κλειστούς χώρους αλλά συχνά μεταφέρεται σε ανοιχτούς χώρους, πλατείες και γειτονιές. Είναι ένα όργανο που δημιούργησε πολλά συναισθήματα στους Έλληνες και βοήθησε πολύ στην εξάπλωση και διάδοση ήχων που είναι αγαπητοί ακόμα και σήμερα. Πολλοί έχουν να πουν κάποια ιστορία που ξέρουν ή έχουν ακούσει γύρω από κάποια λατέρνα. Υπήρξαν όμως και πολλά προβλήματα που την ταλαιπώρησαν μέσα στο πέρασμα του χρόνου με αποτέλεσμα να την περιθωριοποιήσουν. Επίσης πρόβλημα στην μελέτη της δημιουργεί η έλλειψη βιβλιογραφίας, μιας και όποια τυχόν υπάρχει είναι ανεπαρκής έως και λανθασμένη. Αυτό συμβαίνει γιατί οι ερευνητές δεν ασχολήθηκαν με την τέχνη της λατέρνας αλλά προέβησαν σε μια απλή περιγραφή της. Παρόλα αυτά ακόμα και σήμερα υπάρχουν γωνιές και γειτονιές που κάποιος μπορεί να ακούσει και να σιγοτραγουδήσει παλιές αγαπημένες μελωδίες
ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Α. Το ξεκίνημα
Η πρώτη λατέρνα στην Ελλάδα δημιουργήθηκε γύρω στα 1880. Τότε η συνεργασία του Έλληνα Ιωσήφ Αρμάου και του Ιταλού Jugepe Turconi απέφερε την λατέρνα. Οι δυο τους πολλοί καλοί φίλοι με έντονες μουσικές και κατασκευαστικές δεξιότητες έφτιαξαν στην Κωνσταντινούπολη την πρώτη λατέρνα χωρίς τη σιδερένια βάση που είχαν τα πιάνο γιατί υπήρχαν παρόμοια με τη λατέρνα όργανα στο παρελθόν με σιδερένια όμως βάση (π.χ. η Ρομβία). Οι δυο τους είχαν δημιουργήσει ένα
συνεταιρισμό όπου είχαν διαχωρίσει τη δουλειά σε δύο κομμάτια. Ο Turconi ασχολιόταν με το κατασκευαστικό κομμάτι ενώ ο Αρμάος με την καταγραφή, δηλαδή το «σταμπάρισμα» των τραγουδιών.
Β. Η εξάπλωση και το τέλος
Η εξέλιξη ήταν ραγδαία. Αν και στην Κωνσταντινούπολη υπήρξαν μόνο 2-3 κατασκευαστές στην Ελλάδα υπολογίζονται σε 60-80. Υπολογίζεται επίσης ότι την περίοδο πριν τον πόλεμο του 1940 υπήρξαν σε Αθήνα και Πειραιά περίπου 40.000 όργανα και άλλα τόσα μόνο στη Θεσσαλονίκη. Ακόμα εκείνη την περίοδο σε κάθε μαγαζί διασκεδάσεως υπήρχαν 6-7 όργανα. Ο πόλεμος όμως στάθηκε τροχοπέδη σε οποιαδήποτε εξέλιξη της λατέρνας. Αν και ήταν πολύ προσιτή στην αρχή της στη διάρκεια του πολέμου κανείς δεν κοίταζε την διασκέδαση. Επίσης πάρα πολλά όργανα καταστράφηκαν λόγω του όγκου τους. Ο τελευταίος κατασκευαστής ήταν από τις Σέρρες όπου έκλεισε το εργαστήριο περίπου στα 1938. Αυτό το μαρτυρούν και οι υπάρχουσες λατέρνες που υπολογίζονται σε νεότερες να είναι εκείνης της εποχής.
Γ. Οι προϋποθέσεις για μια νέα δημιουργία
Μέσα στα χρόνια της ακμής πολλοί ακολούθησαν το πρότυπο του Αρμάου-Turconi και διαχώρισαν την κατασκευή της λατέρνας. Έτσι, σπουδαιότερος «σταμπαδόρος» εξελίχθηκε ο γιος του Αρμάου, Νίκος Αρμάος. Αυτός διέδωσε αργότερα την τέχνη του στο γιο του και αυτός βρήκε μεταλαμπαδευτή τον Αντώνη Νασιόπουλο όπου σε συνεργασία με τον Βασίλη Ιακωβίδη, κορυφαίο τεχνίτη και κουρδιστή πιάνων, κατασκεύασαν ξανά το 1944 τη λατέρνα. Παράλληλα στις Σέρρες, ο Αναστάσιος Τζίωνης συνεχίζει και αυτός να κατασκευάζει με παραδοσιακό τρόπο λατέρνες. Αργότερα (το 2001) ο Ιακωβίδης θα πεθάνει, ο Τζίωνης θα αποσυρθεί (σε ηλικία 97 ετών) και μόνος κατασκευαστής στην Αθήνα θα μείνει ο Νασιόπουλος.
ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ
Η λατέρνα είναι ένα αυτόματο μουσικό όργανο που έχει πάρα πολλές ομοιότητες με το πιάνο. Μάλιστα το χαρακτηρίζουν και αυτόματο πιάνο. Χωρίζεται σε δύο μέρη: α) το πάνω μέρος που περιλαμβάνει τις χορδές απ’ το πάνω μπαλκόνι μέχρι το κάτω και το ηχείο, β) το κάτω μέρος το κιβώτιο που περιλαμβάνει τον κύλινδρο και τους μηχανισμούς του. Τα πλήκτρα (τα σφυράκια όπως λένε και στο πιάνο) ανήκουν στο κάτω μέρος, ουσιαστικά όμως αποτελούν αυτοτελές κομμάτι. Έτσι κάποιος σε ένα μαγαζί θα διάλεγε πρώτα κάποιο πάνω μέρος και μετά το κάτω και θα τα ένωνε. Οι λατέρνες έχουν 33, 35 ή 37 «φωνές» δηλαδή χορδές, και αυτό είναι και το χαρακτηριστικό για να χαρακτηρίσουμε μια λατέρνα μεγάλη ή μικρή αφού ανάλογα με τις χορδές εξαρτάται και το μέγεθος της τόσο στο ύψος όσο όμως περισσότερο στο πλάτος. Επίσης υπάρχει 1 κουδούνι που δίνει διαφορετικό τόνο στον ήχο. Το κομμάτι που είναι και αυτό ανεξάρτητο όπως τα πλήκτρα και ουσιαστικά παίζει τα συγκεκριμένα τραγούδια είναι ο κύλινδρος . Οι χορδές καταλαμβάνουν 3,5 οκτάβες μία από αυτές είναι μπάσα και είναι μη πλήρη οκτάβα (7 χορδές) οι οποίες είναι χάλκινες. Οι χορδές όλες είναι χορδές πιάνου όπως και τα κλειδιά. Γενικά πολλά υλικά είναι υλικά πιάνου. Το πάνω μπαλκόνι είναι από οξιά για να αντέχει τις εντάσεις (περίπου 5 τόνοι), το ηχείο είναι ερυθρελάτη και ο κύλινδρος φλαμούρι για να καρφώνονται σωστά και σταθερά τα καρφιά. Επίσης υπάρχει μία βίδα ρύθμισης ή εντάσεως κάτω από το πληκτρολόγιο που φέρνει το πληκτρολόγιο πιο κοντά ή πιο μακριά απ’ τον κύλινδρο αυξομειώνοντας την ένταση του παιξίματος. Μια άλλη βίδα η «ρέγουλα» που βρίσκεται αριστερά απ’ το πληκτρολόγιο το μετακινεί αριστερά ή δεξιά για να ρυθμίζονται οι μετακινήσεις που οφείλονται σε αλλαγές της υγρασίας ισορροπίας των ξύλων. Τέλος, υπάρχει ένας μοχλός ασφάλισης που ελευθερώνει τον κύλινδρο για να μπορεί αυτό να μετακινηθεί. Αξίζει να σημειωθεί ότι η κατασκευή της λατέρνας διαρκεί περίπου 3 μήνες. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
Η λειτουργία της λατέρνας βασίζεται στα 2 μέρη της. Στο πάνω όπου παράγεται ο ήχος με τις χορδές και στο κάτω όπου ο κύλινδρος θέτει σε κίνηση τα πλήκτρα. Ο κύλινδρος έχει πάνω του καρφωμένα καρφιά (αυτό είναι το λεγόμενο σταμπάρισμα) και γυρνώντας τη μανιβέλα γυρνάει ο κύλινδρος μέσω ενός γραναζιού και ενός στροφάλου. Γυρνώντας λοιπόν ο κύλινδρος ακουμπάνε τα καρφιά του πάνω στα ατσαλάκια (ατσάλινες άκρες 10 περίπου χιλιοστών) που βρίσκονται στην άκρη των πλήκτρων, τα ανασηκώνουν και όταν τα αφήνουν αυτά με τη βοήθεια ελατηρίων προσκρούουν στις χορδές. Για την αλλαγή τραγουδιού σηκώνεται ο μοχλός ασφαλίσεως και μετακινώντας τον κύλινδρο δεξιά ή αριστερά αλλάζουμε σειρά καρφιών που θα μετακινούν τα πλήκτρα. Η απόσταση μεταξύ 2 πλήκτρων είναι 13 χιλιοστά και έτσι χωράνε μέχρι και 9 τραγούδια σε κάθε κύλινδρο. Η ταχύτητα του τραγουδιού εξαρτάται από το πόσο κοντά μεταξύ τους είναι τα καρφιά, απ’ το ύψος τους και απ’ την κίνηση της μανιβέλας. Έτσι το παίξιμο απαιτεί από τον παίκτη γνώση της σωστής ταχύτητας, σταθερό ρυθμό και μείωση του ρυθμού την τελευταία φορά επανάληψης του τραγουδιού για να φανεί που αυτό τελειώνει. Επίσης απαραίτητη είναι και η συνοδεία ντεφιού.
ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ
Η λατέρνα απαιτεί συχνή συντήρηση και αυτή είναι απαραίτητη για τη σωστή λειτουργία της και την μακροζωία της. Καταρχήν χρειάζεται κούρδισμα κάθε 1 ή 1,5 μήνα λόγω της έλλειψης σιδερένιας βάσης. Το κούρδισμα γίνεται με διαπασών και είναι απαραίτητο το κούρδισμα ανά οκτάβες. Επίσης χρειάζεται συχνά στο τέλος 2η και 3η φορά κούρδισμα μέχρι να σταθεροποιηθεί. Ακόμα χρειάζεται ρεγουλάρισμα ανάλογα με το πρόβλημα που μπορεί να δημιουργηθεί από την αυξομείωση της υγρασίας. Επίσης συχνά σπάνε πλήκτρα, ατσαλάκια ή χορδές. Χρειάζονται γρασάρισμα τα καρφιά και τα μηχανικά μέρη όπως και λάδωμα. Τέλος, κάθε 2-3 χρόνια μία λατέρνα που παίζει καθημερινά 8 ώρες χρειάζεται αλλαγή κυλίνδρου γιατί λειώνουν τα καρφιά. Έπειτα δεν πρέπει να εκτίθεται σε ρεύμα και μεγάλες αυξομειώσεις υγρασίας.
ΣΤΟΛΙΣΜΑ
Κύριο χαρακτηριστικό της λατέρνας ήταν και είναι το στόλισμά της. Παλαιότερα αποτελούσε και επάγγελμα καθώς υπήρχαν καταστήματα που πουλούσαν στολίδια και άλλα είδη. Είχαν σκεπάσματα από δέρμα σε διάφορα χρώματα, κομμένα, ξεγυρισμένα, με κεντίδια, σκαλισμένα διάτρητα. Αυτές ήταν οι φορεσιές. Υπήρχαν βελούδινα σκεπάσματα με ρέλι, χρυσοκεντήματα με παραστάσεις (π.χ. 2 κοπέλες να κρατούν την ελληνική σημαία ή παραστάσεις από μάχες του ’21) Ήταν πολύ φορτωμένες με χάντρες, κομπολόγια, εικόνες ακόμα και κέλυφος χελώνας και ότι άλλο σκεφτόταν ο καθένας. Υπήρχαν σεγαριστά σχέδια με το κλασσικό βυζαντινό σχέδιο και η εικόνα που είχαν στο κέντρο ήταν ή της Μαρίας της Πενταγιώτισσας ή της Ρόζα Εσκενάζυ ή 2-3 ακόμα άλλες. Σπάνια κάποιος έβαζε φωτογραφία από αγαπημένο ή συγκεκριμένο του πρόσωπο. Τέλος τα πόδια που στηριζόταν η λατέρνα ήταν ξυλόγλυπτα.
ΣΤΑΜΠΑΡΙΣΜΑ
Το σημαντικότερο ίσως ρόλο στη λατέρνα τον κατέχει ο κύλινδρος. Έτσι ο κατασκευαστής του γινόταν ανέκαθεν διάσημος και έπρεπε να έχει εξαιρετικές μουσικές ικανότητες. Αυτός ονομαζόταν «σταμπαδόρος» ή «καρφωτής». Το σταμπάρισμα είναι μια δύσκολη περίπλοκη διαδικασία και δεν απαιτεί μονάχα μουσικές γνώσεις αλλά και τεχνικές. Αφού το τραγούδι αποτυπωθεί σε παρτιτούρα ο σταμπαδόρος βάζει στην εσωτερική μεριά της λατέρνας και πίσω ακριβώς απ’ τη μανιβέλα ένα ειδικό «ρολόι». Ακριβώς έξω από τη λατέρνα πάλι πίσω από τη μανιβέλα βιδώνει έναν λεπτοδείχτη και τα ευθυγραμμίζει. Ανάλογα με τη χρονική αξία που έχει η νότα γυρίζει τη μανιβέλα μέχρι ο λεπτοδείχτης να δείξει την ανάλογη ένδειξη στο ρολόι. Τότε πατάει ελαφρά το πλήκτρο έτσι ώστε το ατσαλάκι στην άκρη να σημαδέψει ελαφρά τον κύλινδρο. Στην αρχή βάζει τη μια σειρά και μετά τα μπάσα. Αφού τελειώσει και τα 9 τραγούδια ξεκινάει το κάρφωμα. Υπάρχουν 3ων ειδών καρφιά: 1. Πόντοι, καρφιά μήκους 6 χιλιοστών χρησιμοποιούνται για μεγάλες χρονικές αξίες. 2. Τα τέρτσα, καρφιά μήκους 5 χιλιοστών χρησιμοποιούνται κυρίως για τα όγδοα και μπαίνουν σε σειρές. 3. Τρίλιες, καρφιά μήκους 4 χιλιοστών, αιχμηρά προς τα πάνω κοντά, τετραγωνοποιημένα, μπακιρένια. Για κάθε τύπο καρφιού υπάρχει το ανάλογο ζουμπαδάκι που εξασφαλίζει το ισοϋψές κάρφωμα. Όλη η διαδικασία του τυπώματος διαρκεί 20-25 ημέρες. Διασημότερος καρφωτής υπήρξε ο Νίκος Αρμάος. Λόγω της έλλειψης ηχητικών πηγών μπορούσε μόνο ακούγοντας ένα πελάτη να σφυρίζει ένα σκοπό να τον σταμπάρει με 2 ή 3 τρόπους. Έγραφε πολλά τραγούδια και αρκετά από αυτά έγιναν γνωστά ως τραγούδια άλλων που τους έδινε ο Αρμάος όπως η Φαληριώτισσα, Γαρύφαλλο στ’ αυτί, Φούστα κλαρωτή, Χασάπικο πολίτικο κ.α. Μεγάλος καημός του ήταν ότι ποτέ δεν κατασκεύασε λατέρνα. Επίσης οι ικανότητές του στην επισκευή ήταν περιορισμένες. Η ΛΑΤΕΡΝΑ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ
Στη σύγχρονη εποχή η λατέρνα είναι πολύ παραμερισμένη και αρκετά σπάνιο θέαμα. Η ζήτηση είναι αρκετά περιορισμένη σε συλλέκτες και κάποιους ελάχιστους μουσικούς. Στην περιοχή της Αττικής υπάρχουν μόνο 8-9 περιπλανώμενοι εκ των οποίων 1 στον Πειραιά, 3 στην Αθήνα, 1 στην Γλυφάδα όπως και κάποιοι γύφτοι οι οποίοι όμως περιπλανώνται σε ολόκληρη την Ελλάδα. Επίσης σε μαγαζιά διασκέδασης πολύ σπάνια βρίσκονται λατέρνες αφού οι δίσκοι, τα γραμμόφωνα και τα Juke box παραμέρισαν τελείως τη λατέρνα μετά το 40. Οι πωλήσεις πλέον γίνονται σπάνια και συνήθως όχι κατόπιν παραγγελίας αλλά αγοράζονται έτοιμα κομμάτια. Τα τραγούδια τα οποία ταυτίστηκαν με τη λατέρνα όπως η Φραγκοσυριανή, Γαρύφαλλο στ’ αυτί, Το Τραμ το τελευταίο, Οι θαλασσιές οι χάντρες, παραμένουν στο ρεπερτόριο και των καινούργιων οργάνων και υπάρχουν κάποιες προσθήκες σε τραγούδια του Μίμη Πλέσσα ή του Λευτέρη Παπαδόπουλου.

ΑΝΩΤΑΤΗ ΣΧΟΛΗ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ
ΚΑΡΕΛΛΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ

12 Σεπ 2009

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ - ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΛΕΒΑΔΕΙΑΣ

ΧΕΙΜΕΡΙΝΟ ΩΡΑΡΙΟ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ

Στα φθινοπωρινά ξέφωτα
φθίνω στους κήπους με τις γαζίες
σιωπηλός ανοίγω τα χέρια μου στη βροχή
και βλέπω σκέψεις να ιριδίζουν
σ’ έναν χλωμό ήλιο.
Σκαρφίζομαι παραμύθια
και ανακαλύπτω μαγικά κουτιά
στα δωμάτια που στάζουν όνειρα.
…………………………………..
Μανώλης Ηλιάκης

Από 14 Σεπτεμβρίου 2009 το ωράριο λειτουργίας της Βιβλιοθήκης
θα είναι το παρακάτω:

Δευτέρα μέχρι Σάββατο

9 πμ-2 μμ.

Απογεύματα Δευτέρας και Πέμπτης: 3 μμ-8.30 μμ.

ΑΝΑΒΟΛΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ ΛΟΓΩ ΚΑΚΩΝ ΚΑΙΡΙΚΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ

Αρκετές από τις εκδηλώσεις που ήταν προγραμματισμένες για το Σαββατοκύριακο, έχουν αναβληθεί, και κάποιες θα γίνουν σε κλειστό χώρο. Σας προτείνουμε λοιπόν πριν ξεκινήσετε να πάτε να παρακολουθήσετε κάποια εκδήλωση, να επικοινωνήσετε με τους κατά τόπους φορείς για το αν θα γίνει και που.

9 Σεπ 2009

Βραδιά Ethnic–Jazz με το Θ.Ρέλλο και τους THE HEAVY METAL BAND του D. Lynch

Οι THE HEAVY METAL BAND με τον David Lynch και τον καθηγητή του Ωδείου μας Θοδωρή Ρέλλο, θα δώσουν συναυλία - Βραδιά Ethnic – Jazz, στο Ανοικτό Θέατρο Κρύας στις 11 Σεπτεμβρίου 2009, ώρα 9.00 μμ, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων “Τροφώνια 2009”.

Συνεργασία: Δημοτικό Ωδείο Λιβαδειάς

O David Lynch, ζει και δημιουργεί στην Ελλάδα για περισσότερα από 25 χρόνια μοιράζοντας την πολύπλευρη μουσική προσωπικότητα του μέσα από συναυλίες, φεστιβάλ, κινηματογράφο, τον χορό και το θέατρο. Οι τζαζ, και όχι μόνο, μουσικές συνθέσεις του, δημιουργούν ένα εντελώς ξεχωριστό ηχόχρωμα.
Η πιο πρόσφατη μουσική του δημιουργία, "The Heavy Metal Band" featuring David Lynch, είναι ένα 7-μελές group με 5 χάλκινα πνευστά, δίπλα σε ‘psycho-tronic' μπάσο και ‘hyper-groove' τύμπανα. Στηρίζεται σε πρωτότυπες τζαζ και ελληνικές συνθέσεις του David αλλά και νέες τροποποιήσεις παραδοσιακών κομματιών από τα Βαλκάνια όπως Bubamara, ρυθμοί Sirba κα.
Στη μπάντα παίζουν οι:
Θοδωρής Ρέλλος - άλτο και βαρύτονο σαξόφωνο
Ανδρέας Πολυζωγόπουλος –τρομπέτα
Μάριος Βαλινάκης -άλτο και σοπράνο σαξόφωνο
Βασίλης Παναγιωτόπουλος –τρομπόνι
Γιώργος Παλαμιώτης –μπάσο
Μιχάλης Καπηλίδης –τύμπανα
David Lynch -τενόρο σαξόφωνο, φλάουτο, φωνή.

7 Σεπ 2009

2ο Μουσικό Φεστιβάλ στο Μαυρομάτι

Η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Βοιωτίας και ο Πολιτιστικός Σύλλογος Μαυροματίου, διοργανώνουν το Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2009 το 2ο Μουσικό Φεστιβάλ στο Μαυρομάτι Βοιωτίας.

Συμμετέχουν τα συγκροτήματα :
Lo Senso (Rock)
Αδωνις (Έντεχνο)
Φυσαλίδες (Greek Rock)


Η συναυλία θα πραγματοποιηθεί στο προαύλιο χώρο του Δημοτικού Σχολείου Μαυροματίου (20:30)

6 Σεπ 2009

ΜΟΥΣΙΚΟΘΕΡΑΠΕΙΑ

Ασφαλώς το θέμα δεν σας είναι άγνωστο. Ο καθένας από εμάς έχει νιώσει τη δύναμη της μουσικής. Πόσο η μουσική επηρεάζει την ψυχολογική μας κατάσταση, πόσο μας εμπνέει, μας χαλαρώνει ή ακόμη μας εκνευρίζει. Πόσο μακριά μπορεί να μας ταξιδέψει στο χώρο και στο χρόνο και σε όλες τις αποχρώσεις των συναισθημάτων και συγκινήσεων. Αυτό είναι μια παγκόσμια αλήθεια. Η μουσικοθεραπεία γεννήθηκε στην αρχαία Ελλάδα. Οι αρχαίοι μας πρόγονοι μελέτησαν την επίδραση των ήχων στον άνθρωπο μέσα από ένα πνεύμα επιστημονικό και ορθολογιστικό, θέτοντας έτσι τις βάσεις της σύγχρονης μουσικοθεραπείας.
Σήμερα, η μουσικοθεραπεία διδάσκεται σε πολλά Πανεπιστήμια και ιδιωτικές σχολές στον κόσμο. Αλλού σε επίπεδο βασικών μακροχρόνιων σπουδών, αλλού σε επίπεδο μεταπτυχιακών σπουδών, όπως συμβαίνει και στη χώρα μας.
Τι ονομάζουμε όμως μουσικοθεραπεία;
Μουσικοθεραπεία είναι η χρήση των ήχων και της μουσικής, για σκοπούς θεραπευτικούς και παιδαγωγικούς. Μέσα στα πλαίσια των ψυχομουσικών ερευνών, ο όρος μουσική καλύπτει ένα ευρύ πεδίο, στο οποίο περικλείονται τόσο τα μεμονωμένα μουσικά στοιχεία όσο και οι πιο περίπλοκες μουσικές συνθέσεις που εκφράζουν όλους τους πολιτισμούς και τις εποχές, από την απόλυτη σιωπή, ως τους ήχους που παράγονται στο εσωτερικό του ανθρώπινου σώματος και ως τους ήχους εκείνους που δεν γίνονται αντιληπτοί με την ακοή αλλά με άλλα συστήματα τους οργανισμού. Κάθε άνθρωπος αντιδρά διαφορετικά στην ακρόαση μιας μουσικής – ηχητικής πρότασης. Η ατομική αυτή αντίδραση είναι η συνισταμένη διαφόρων παραγόντων, από τους οποίους οι πιο σημαντικοί είναι τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, η ιδιοσυγκρασία, η μόρφωση, το περιβάλλον, το ίδιο το μουσικό έργο, αλλά και η ψυχική διάθεση του ατόμου την ώρα της ακρόασης. Γι’ αυτό και οι εφαρμογές των τεχνικών της μουσικοθεραπείας γίνονται από εξειδικευμένους επιστήμονες, μετά από προσεκτική μελέτη της προσωπικότητας εν σχέσει με την πληθώρα των μουσικών και ηχητικών δυνατοτήτων. Εφ’ όσον λάβουμε σοβαρά υπο’ όψιν μας τον παράγοντα αυτό, το πεδίο εφαρμογών της μουσικοθεραπείας είναι απεριόριστο.
Η μουσικοθεραπεία χρησιμοποιείται σε όλων των ειδών τις ψυχικές και σωματικές παθήσεις. Σαν όργανο που υποβοηθεί την έκφραση, την επικοινωνία και την ανάταση του δημιουργικού δυναμικού, που υπάρχει σε κάθε άνθρωπο σε λανθάνουσα μορφή και που αποτελεί τη βάση ενός υγιούς ψυχισμού. Και εφ’ όσον δεχόμαστε ότι η ψυχική κατάσταση ενός ατόμου ευνοεί ή εμποδίζει την ανάπτυξη διαφόρων σωματικών παθήσεων, είναι κατανοητό ότι, κατ’ επέκταση, η μουσική θεραπεύει και σωματικές παθήσεις. Με άλλα λόγια, οι οργανικές αντιδράσεις του ανθρώπου στο μουσικό ερέθισμα εξαρτώνται άμεσα από την συγκινησιακή επίδραση που ασκεί η μουσική πάνω του. Η θεραπευτική διαδικασία ακολουθεί μια πολύ προσεκτική πορεία ανίχνευσης, διάγνωσης και προετοιμασίας του θεραπευτικού προγράμματος. Σε γενικές γραμμές οι τεχνικές της μουσικοθεραπείας χωρίζονται σε δύο βασικές κατηγορίες.
Στις «δεκτικές» μεθόδους που βασίζονται στη μουσική ακρόαση και στις «ενεργητικές» μεθόδους που βασίζονται στη μουσική ή ηχητική δημιουργία.
Ωστόσο, οι δύο αυτές γενικές κατηγορίες τεχνικών μπορούν να συνδυάζονται με πολλές άλλες μορφές έκφρασης: κίνηση, χορός, πλαστικές και εικαστικές τέχνες, θεατρικό παιγνίδι, λεκτική έκφραση κ.λπ. Σε τελευταία ανάλυση είναι ο ίδιος ο θεραπευόμενος που, ανάλογα με τις ανάγκες του, την προσωπικότητά του και τα μηνύματα που στέλνει – συνειδητά ή ασυνείδητα – σε έναν ευαίσθητο και ευέλικτο θεραπευτή, οδηγεί και εμπλουτίζει τις πτυχές και τα μέσα της θεραπευτικής πορείας. Μέσα στα πλαίσια της μουσικοθεραπείας, ο ασθενής συναντά τους θεραπευτές και τις τεχνικές. Αλλά πέρα από τους θεραπευτές, συναντά τους ανθρώπους και έτσι ξαναβρίσκει την επαφή μαζί τους και με την πραγματικότητα. Και πέρα από τις τεχνικές συναντά τις τέχνες. Και νέοι ορίζοντες προς το ωραίο, προς την αισθητική απόλαυση και προς τη δημιουργική έκφραση, ανοίγονται μπροστά του.

Λιάνα Πρίνου Πολυχρονιάδου
(ψυχολόγος, μουσικοθεραπεύτρια)

2 Σεπ 2009

“Blow of spring” και “ΚΟΜΗΤΕΣ” στα “ΧΑΡΜΑΤΙΑ 2009”

Στα πλαίσια των εκδηλώσεων “ΧΑΡΜΑΤΙΑ 2009” που διοργανώνει ο σύλλογος απανταχού Λεονταριτών σε συνεργασία τοπικών φορέων, το Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου, θα έχουμε την ευκαιρία να περάσουμε μια ευχάριστη βραδιά και να κλείσουμε τον κύκλο των καλοκαιρινών εκδηλώσεων με την συντροφιά των τοπικών συγκροτημάτων “Blow of spring” και “ΚΟΜΗΤΕΣ”. Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στο Χαρμάτι Λεονταρίου του Δήμου Θεσπιών.
Έναρξη 21:00.

31 Αυγ 2009

ΧΑΡΙΣ ΑΛΕΞΙΟΥ «Στους χτύπους της καρδιάς»

3 Σεπτεμβρίου : Ωδείο Ηρώδου του Αττικού
Εκεί που χτυπά η καρδιά της, εκεί που συναντιέται με το πάθος της για το τραγούδι, εκεί η Χάρις Αλεξίου θέλει να ταξιδέψει το κοινό της αυτό το καλοκαίρι. Μόνη της στην σκηνή για δύο ώρες με τους μουσικούς της θέλει να μαγευτεί η ίδια πρώτα με τις μελωδίες και τον λυρισμό τους και να μαγέψει και το κοινό της με τις ερμηνείες της. Οι συναυλίες της θα είναι όπως πάντα ένα από τα ωραιότερα δώρα του καλοκαιριού για τους λάτρεις της φωνής και των τραγουδιών της.
Οι επιλογές από το ρεπερτόριο - θησαυρό που όλοι τραγουδάμε αλλά και ανέκδοτα τραγούδια από την νέα της δουλειά σε ένα ρεσιτάλ ερμηνείας βασισμένο στη μοναδική φωνή και παρουσία της.
Την μουσική επιμέλεια έχει ο Κώστας Παπαδούκας.
Βιολί, Θάνος Γκιουλετζής,
Μπουζούκι, κιθάρα, τζουρά, λαούτο, Νίκος Κατσίκης,
Κιθάρες, Γιώργος Χατζόπουλος,
Τύμπανα, Χρήστος Γκοτσίνας,
Μπάσσο , Ειρηναίος Κουλλούρας
Ήχος: Παύλος Σαπουντζής, Αντώνης Παραμύθης
Φώτα: Alain Lonchamp, Αλέξης Προδρόμου

10 ΧΡΟΝΙΑ “Café de l’ art” ΘΕΑΤΡΟ ΒΡΑΧΩΝ ΠΕΜΠΤΗ 10 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2009

ΝΟΤΗΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΡΓΑΡΗΣ
Ερμηνεύουν:
ΣΟΝΙΑ ΘΕΟΔΩΡΙΔΟΥ
ΗΡΩ
ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΜΟΥΤΣΑΤΣΟΥ
ΧΡΗΣΤΟΣ ΘΗΒΑΙΟΣ
ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΤΣΑΚΝΗΣ
DAVID LYNCH (σαξόφωνο)
Τα “Café de l’art” είναι μια σειρά από 6 επιτυχημένα C.D. του Νότη Μαυρουδή και του Παναγιώτη Μάργαρη, που έχουν αφήσει στίγμα στην Ελληνική δισκογραφία και θεωρούνται από τα πιο επιτυχημένα σε πωλήσεις στο εξωτερικό.
Τον τελευταίο χρόνο βρίσκονται σταθερά μέσα στα 10 καλύτερα στην Ελλάδα και σίγουρα δεν είναι τυχαίο, καθώς ένα τόσο επιτυχημένο ντουέτο κιθάρας είναι σαν δυο ψυχές μέσα σε ένα σώμα.
Ο ιδιαίτερα αγαπητός και σημαντικός συνθέτης και κιθαρίστας Νότης Μαυρουδής και ο σολίστας κιθαρίστας Παναγιώτης Μάργαρης, συναντώνται ως συνεργάτες διασκευάζοντας γνωστές κι αγαπημένες μελωδίες τοποθετώντας τα μουσικά κομμάτια που έχουν επιλέξει σε άλλη διάσταση. Καταθέτουν μια μουσική άποψη που διατηρεί τον χαρακτήρα των έργων αντλώντας ιδέες από την ανεξάντλητη πηγή της γνώσης της κλασικής κιθάρας.
Οι δυο κιθαριστές γνωρίζουν πως η φαντασία, η καλλιέργεια και η γνώση, προστατεύουν τα έργα από εύκολες λύσεις και προχειρότητες, γι’ αυτό και ως διασκευαστές μεγάλων έργων κράτησαν ψηλά την αισθητική απόλαυση.
Η παράσταση με τον τίτλο “Café de l’ art” περιλαμβάνει αγαπημένα μουσικά κομμάτια και από τους 6 ομώνυμους δίσκους, που κάθε ένας διαπραγματεύεται διαφορετικές μουσικές και είδη, τα οποία διασκευάζονται μοναδικά για κιθάρες. Κομμάτια και τραγούδια των Μάνου Χατζιδάκι, Μίκη Θεοδωράκη, Βασίλη Τσιτσάνη και Μάρκου Βαμβακάρη και μερικές από τις ωραιότερες διεθνείς κινηματογραφικές μελωδίες.
Τα τραγούδια τα ερμηνεύουν οι σπουδαίοι τραγουδιστές που συμμετέχουν και στους δίσκους όπως, η Σόνια Θεοδωρίδου, η Αναστασία Μουτσάτσου, η Ηρώ, ο Διονύσης Τσακνής και ο Χρήστος Θηβαίος.
Συμμετέχουν σολίστες μουσικοί και στο σαξόφωνο παίζει ο David Lynch.
Είσοδος 20 Ευρώ και φοιτητικό 15 Ευρώ

30 Αυγ 2009

ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΤΑΛΑΡΑΣ - ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ - ΜΠΑΜΠΗΣ ΣΤΟΚΑΣ

ΔΥΟ ΜΕΓΑΛΕΣ ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ 13 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ - ΘΕΑΤΡΟ ΓΗΣ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
ΤΕΤΑΡΤΗ 16 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ - ΘΕΑΤΡΟ ΠΕΤΡΑΣ
Υπό την αιγίδα της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες
Όλα τα έσοδα θα καλύψουν επείγουσες ανάγκες ευάλωτων ομάδων σε συνεργασία με το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες
Συναντήθηκαν στην αρχή του καλοκαιριού σε μια πολύ μεγάλη συναυλία στην Κύπρο. Μια συναυλία με μεγάλη μαζικότητα, παλμό και ανταπόκριση.
Ο Γιώργος Νταλάρας, ο Παντελής Θαλασσινός και ο Μπάμπης Στόκας επαναλαμβάνουν αυτή τη συνεργασία με δύο μοναδικές συναυλίες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη.
Ο Γιώργος Νταλάρας έχει συνεργαστεί πολλές φορές με τον Μπάμπη Στόκα, από την εποχή των Πυξ Λαξ ακόμα, έχουν ηχογραφήσει μαζί τραγούδια που έχουν αγαπηθεί και έχουν τραγουδηθεί απ’ όλους μας. Με τον Παντελή Θαλασσινό έχουν συνεργαστεί μόνο δισκογραφικά για τον «Άξιο Λόγο» και την Εστουδιαντίνα, και αυτές οι συναυλίες τους έδωσαν την ευκαιρία να παίξουν για πρώτη φορά ζωντανά τα τραγούδια τους.
Ο Γιώργος Νταλάρας μουσικός που αναζητεί πάντα καινούργιο ήχο, καινούργιες συνεργασίες, έχει επιμεληθεί το πρόγραμμα με τη βοήθεια 12 μουσικών, μοναδικών στο είδος τους. Ένα πρόγραμμα με ροκ μπαλάντες, αλλά και «χρωματιστά» λαϊκά τραγούδια. Ένα μέρος του προγράμματος του είναι καινούργιο υλικό. Δυναμικά τραγούδια όπως το «Άγρια ζωή», τα «Έρημα χωριά», «Το φίλτρο», τραγούδια από τον «Άξιο Λόγο» που παρουσιάστηκαν μόνο στο Παλλάς.
Μοιραία βέβαια από το πρόγραμμα δεν θα λείπουν τραγούδια σταθμοί στην πολύχρονη καριέρα του, από τη συνεργασία του με τους σπουδαιότερους έλληνες δημιουργούς. Τραγούδια που αντέχουν στο χρόνο, τραγούδια σταθμοί, τραγούδια που μας συντροφεύουν μια ζωή.
Τέλος η ξεχωριστή πρόταση του προγράμματος είναι η ίδια η μουσική συνάντηση που φέρνει στη σκηνή έναν μεγάλο ερμηνευτή και μουσικό με δύο πολύ σημαντικούς τραγουδοποιούς, που ο καθένας χωριστά έχει αφήσει το δικό στίγμα στο τραγούδι. Η συνύπαρξη τους, οι διασκευές τους και οι κοινές ερμηνείες τους σε δικά τους τραγούδια αλλά και άλλων είναι ίσως και το πιο εκρηκτικό σημείο του προγράμματος.
Γιώργος Νταλάρας, Παντελής Θαλασσινός και Μπάμπης Στόκας με αποσκευές τραγούδια που όλοι έχουμε αγαπήσει, πάντα με δυναμικό μουσικό παρόν με μια εξαιρετική ορχήστρα από σολίστες μουσικούς σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη! Συμμετέχει η Ασπασία Στρατηγού η νέα πολύ καλή λαϊκή φωνή. Πέρα από την καλλιτεχνική συνάντηση υπάρχει και ένας άλλος πολύ σοβαρός λόγος διοργάνωση της συναυλίας στο Θέατρο Πέτρας. Όλα τα έσοδα σε συνεργία και υπό την επίβλεψη του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες, που έχει δράση 20 χρόνων στην Ελλάδα θα διατεθούν για να καλύψουν άμεσες και επείγουσες ανάγκες των προσφύγων στην Ελλάδα και κυρίως ευάλωτες ομάδες (γυναίκες και παιδιά). Η συναυλία τελεί υπό την αιγίδα της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες.
Η συναυλία στο Θέατρο Πέτρας εντάσσεται στο Διεθνές Φεστιβάλ Πέτρας 2009.

"Τραγουδήστε, μην ντρέπεστε"!

Ο Μπάμπης Στόκας θα εμφανιστεί στις 14/9 στο Θέατρο Λυκαβηττού..., η φωνή των Πυξ Λαξ, της μεγαλύτερης ελληνικής μπάντας, συστήνεται ξανά στο κοινό ως ερμηνευτής. Από τον Παύλο Σιδηρόπουλο στους Πυξ Λαξ και από τον Ζαμπέτα στον Χατζιδάκι, με εφόδιο τη σπουδαία φωνή του, χρόνια τώρα αποδεικνύει κάτι που στους μουσικούς κύκλους ήταν ήδη γνωστό: την ικανότητά του να κινείται με πρωτοφανή άνεση ανάμεσα στο λαϊκό και το έντεχνο, το ροκ και τις μπαλάντες.
Στις συναυλίες του παρουσιάζει ένα ανθολόγιο αγαπημένων του τραγουδιών, που με άξονα το προσωπικό του αίσθημα φέρνουν τον ακροατή σε επαφή με μερικές από τις ωραιότερες στιγμές του νεότερου ελληνικού ρεπερτορίου.
Από τα λαϊκά κομμάτια "Τα πήρες όλα" και "Πάρε τα χνάρια" μέχρι τα έντεχνα "Δεν λες κουβέντα" και "Όμορφη πόλη", αλλά και το παραδοσιακό "Στο 'πα και στο ξαναλέω" ή το "Έβαλε ο Θεός σημάδι".
Από την συναυλία δε θα μπορούσαν φυσικά να λείπουν τραγούδια της γενιάς του "Ανόητες αγάπες", "Νότος", "Μάσκες" αλλά και οι μεγάλες επιτυχίες των Πυξ Λαξ "Φωτιά", "Τι είναι αυτό που μας χωρίζει", "Πούλα με", "Λένε για μένα", "Γιατί", "Ο βασιλιάς" κ.ά.
Ώρα έναρξης: 21:00
Πληροφορίες: 210-7474288

28 Αυγ 2009

ΧΑΡΙΤΗΣΙΑ 2009

Ένα πλούσιο πρόγραμμα από ήχους γεύσεις και εικόνες, που ξεκινάει από αύριο 29 Αυγούστου θα έχουμε την ευκαιρία να απολαύσουμε από τον Δήμο Ορχομενού στα ''ΧΑΡΙΤΗΣΙΑ 2009''

27 Αυγ 2009

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ

Ο Γιάννης Πλούταρχος γεννήθηκε στις 18 Δεκεμβρίου του 1970 στη Λειβαδιά, συγκεκριμένα σε ένα μικρό χωριό έξω από τον Ορχομενό, που ονομάζεται Μαυρόγια.
Το πραγματικό του όνομα είναι Γιάννης Κακοσσαίος, ενώ το καλλιτεχνικό του επώνυμο «Πλούταρχος» το εμπνεύστηκε ο πρώτος παραγωγός του, Γιώργος Μακράκης.
Ο Γ. Πλούταρχος κατάγεται από αγροτική οικογένεια που έκανε μεγάλο αγώνα για να τα βγάλει πέρα. Έζησε δύσκολα χρόνια και έχει έντονα βιώματα από την ελληνική επαρχία και τις δυσκολίες της. Τραγουδάει από έξι χρονών παιδί. Στην οικογένειά του τραγουδούσαν όλοι, κυρίως τις ώρες που δούλευαν - το τραγούδι ήταν η συντροφιά τους. Αυτό επηρέασε και τη σχέση του με τη μουσική και το τραγούδι. Οι πρώτες μουσικές επιρροές του προέρχονται από τη δημοτική και τη βυζαντινή παράδοση.
Ο Γιάννης Πλούταρχος, έμεινε στη Λειβαδιά ως τα 16 του χρόνια. Με αφορμή τις σπουδές κομμωτικής που ήθελε να κάνει, όπως είχε πει στην οικογένειά του, φεύγει για την Αθήνα. Ο αληθινός, όμως, λόγος ήταν να πραγματοποιήσει το όνειρό του που ήταν το τραγούδι.
Στην Αθήνα εργαζόταν σε κομμωτήριο -το κύριο τότε επάγγελμά του- ενώ παράλληλα δούλευε σε νυχτερινό κέντρο. Πρώτη φορά τραγούδησε επαγγελματικά σε ένα μικρό μαγαζί στον Κορυδαλλό. Απογοητεύτηκε όμως από τις συνθήκες που επικρατούσαν στο χώρο του τραγουδιού και τον εγκατέλειψε δύο φορές. Παρόλα αυτά, σαν κάτι να τον έσπρωχνε, επανήλθε στο τραγούδι. Δυο χρόνια μετά την πρώτη του εμφάνιση, τραγούδησε στο «Ροδόλφο» της παραλιακής. Ακολούθησαν μεγάλα Αθηναϊκά μαγαζιά όπως η «Νεράιδα», η «Φαντασία», το «Τούνελ», όπου συνεργάστηκε με πολύ μεγάλα ονόματα του λαϊκού ρεπερτορίου όπως ο Γιάννης Πουλόπουλος, η Ρίτα Σακελαρίου, Ο Θέμης Αδαμαντίδης αλλά και με νεότερους καλλιτέχνες όπως ο Στέλιος Ρόκκος, ο Γιώργος Μαζωνάκης , κ. ά. Γρήγορα απέκτησε θαυμαστές αλλά και φίλους. Την εποχή εκείνη ήταν που συναντήθηκε με τον Δημήτρη Καρδατζή και τον Ηλία Φιλίππου, ανθρώπους που πίστεψαν στο ταλέντο του και τον έφεραν σε επαφή με τον πρώτο του παραγωγό, τον Γιώργο Μακράκη στον οποίο οφείλεται και το ψευδώνυμό του.
Το φθινόπωρο του 1998, ο Γιάννης Πλούταρχος μπήκε στη δισκογραφία κυκλοφορώντας την πρώτη του δουλειά «Μόνο Εσύ» σε τραγούδια διάφορων συνθετών με πιο γνωστούς τους Α. Χρυσοβέργη, Σ. Γιατρά αλλά και του Χ. Νικολόπουλου. Η μεγαλύτερη επιτυχία του δίσκου ήταν το τραγούδι «Ένας Θεός» που ακούγεται με τον ίδιο ενθουσιασμό μέχρι σήμερα. Μετά τον πρώτο του προσωπικό δίσκο, συμμετείχε με ένα ντουέτο στο δίσκο της Κωνσταντίνας «Σημείο Επαφής». Ο τίτλος του ντουέτου ήταν «Η καρδιά μου είναι ζαλισμένη» . Επίσης, έκανε ένα ντουέτο με τον Στέλιο Διονυσίου την «Ορεστιάδα» που περιλαμβάνεται στον δίσκο «Επιβάλλεται» του τελευταίου. Η επόμενη προσωπική δουλειά του Γιάννη Πλούταρχου με τίτλο «Υπήρχαν Όρκοι» κυκλοφορεί το 2000 και τον κάνει ευρέως γνωστό εκτοξεύοντας την καριέρα του στα ύψη. Το «Φυσάει πολύ» είναι ένα από τα τραγούδια του άλμπουμ που ξεχώρισαν. Το νυχτερινό κέντρο «Ποσειδώνιο» που εμφανιζόταν την περίοδο εκείνη και αργότερα ταυτίστηκε με το όνομά του, συγκέντρωνε καθημερινά επί μήνες το κοινό των νυχτερινών μαγαζιών. Το «Υπήρχαν Όρκοι» γίνεται χρυσό, ο Γιάννης Πλούταρχος περιζήτητος και οι πωλήσεις οδηγούν σε πλατινένιο.
Ακολούθησαν το 2001 οι «Μικρές Φωτογραφίες» άλμπουμ που πούλησε πάνω από 150.000 αντίτυπα και το 2002 κυκλοφόρησε το «Δεν είναι ο έρωτας παιδί της λογικής». Η επιτυχία που γνώρισε αυτό το άλμπουμ ήταν τόσο μεγάλη που το 2003 επανακυκλοφόρησε με ένα επιπλέον νέο τραγούδι το «Ποιο μονοπάτι» καθώς και bonus DVD με 9 video clip. Αυτή η δουλειά έγινε διπλά πλατινένια. Το 2003 κυκλοφόρησε και το καινούργιο του άλμπουμ με τίτλο « Πάει λίγος καιρός» με 19 νέα τραγούδια και το 2004 επανακυκλοφόρησε και αυτό με ένα επιπλέον τραγούδι, το κλασικό «Αν θυμηθείς τ'; όνειρό μου» του Μίκη Θεοδωράκη. Ταυτόχρονα, ο Γιάννης Πλούταρχος κατάφερε να ξεπεράσει όλα τα ρεκόρ με τις συνεχείς εμφανίσεις του στο «Ποσειδώνιο» για ένα ολόκληρο ημερολογιακό έτος, χωρίς καμία διακοπή και με το κοινό να του εκφράζει καθημερινά την αγάπη και τον θαυμασμό του. Το 2005 αποφάσισε να απέχει από τα νυχτερινά μαγαζιά της Αθήνας και πραγματοποίησε την πρώτη του περιοδεία στο εξωτερικό με σταθμούς το Τορόντο, το New Jersey, τη Βοστώνη, τη Ν.Υόρκη, το Σικάγο, τη Μελβούρνη, Το Σύδνεϋ, το Γιοχάνεσμπουργκ και τη Λευκωσία. Ο απόδημος Ελληνισμός τον υποδέχτηκε με ενθουσιασμό σε βαθμό υστερίας! Έπειτα από απουσία δύο ετών (δισκογραφικά) τον Ιούνιο του 2005 κυκλοφόρησε το έκτο κατά σειρά άλμπουμ του με τίτλο «Όλα σε σένα τα βρήκα» με 14 τραγούδια, που έγινε διπλά πλατινένιο. Συνεργάστηκε με γνωστούς συνθέτες και στιχουργούς όπως ο Α. Βαρδής, ο Ν. Τερζής, ο Χρήστος Κυπαρίσης και ο Αλέξης Σέρκος. Τον ίδιο Σεπτέμβριο(2005) ακολούθησε και η επιστροφή του στις πίστες της Αθήνας, με τις εμφανίσεις του σε ένα καινούργιο νυχτερινό μαγαζί που πλέον ονομάζεται «Κέντρο Αθηνών» και έκτοτε στεγάζει τον Γιάννη Πλούταρχο σε κάθε περίοδο των εμφανίσεών του.
Το 2006 συμμετείχε σε ένα καινούργιο ντουέτο με την Κωνσταντίνα, το τραγούδι «Τι μπήκε ανάμεσά μας» που περιλαμβάνεται στο δίσκο της Κωνσταντίνας. Ενώ το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους (2006) κυκλοφόρησε και η έβδομη δισκογραφική του δουλειά με τίτλο «Κρυμμένα Μυστικά» που περιλάμβανε 16 τραγούδια. Το CD αυτό έγινε διπλά πλατινένιο και κυκλοφόρησε και σε special έκδοση με bonus DVD. Τον Ιούλιο του 2007 κυκλοφόρησε ένα διπλό Best of album με τίτλο «Στιγμές» που περιλάμβανε τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Γιάννη Πλούταρχου, 6 νέα κομμάτια καθώς και ένα bonus DVD. Ξεπέρασε τις 40.000 πωλήσεις και έγινε πλατινένιο.
Ο Γιάννης Πλούταρχος είναι ένας από τους πιο αγαπητούς λαϊκούς τραγουδιστές της εποχής μας, μια γνήσια λαϊκή φωνή και ένα μουσικό ταλέντο αφού πέρα από εκπληκτικός ερμηνευτής γράφει και ο ίδιος τραγούδια. Έχει κερδίσει το κοινό με τη δύναμη της ερμηνείας του, την ξεχωριστή φωνή του αλλά και το ήθος του ως καλλιτέχνης και ως άνθρωπος. Διακρίνεται για το χαμηλό προφίλ του, τη σεμνότητά του -παρά το μέγεθος επιτυχίας που έχει κάνει- και το αίσθημα ευθύνης που κουβαλάει απέναντι στο κοινό που τον ακολουθεί φανατικά εδώ και χρόνια. Μιλά για τους θαυμαστές του με σεβασμό και εκτίμηση και όπως πολλές φορές έχει δηλώσει προσπαθεί να προσέχει την συμπεριφορά του γιατί θεωρεί πως κάθε καλλιτέχνης είναι πρότυπο για τους θαυμαστές του, κυρίως για τους νέους ανθρώπους. Κατάφερε με την απλότητα και την αυθεντικότητά του να γίνει ένα με τον κόσμο. Με την ψυχή του, το συναίσθημα και την τέχνη του μοιράζεται τους καημούς και τον πόνο του καθενός γιατί μπορεί και τους αισθάνεται. Ο ίδιος συνέχεια ευχαριστεί τον κόσμο που τον ακολουθεί πιστά και που αναγνωρίζει την προσπάθειά του, αγαπά και εκτιμά πολύ αυτό που του έχει δώσει ο κόσμος και κάθε βράδυ, όπως λέει, « κάνει ό, τι μπορεί με τη δική του αισθητική και παιδεία για να τον ευχαριστήσει». Θέλει να μπορεί να διασκεδάζει τον κόσμο και να αφήσει πέντε καλά πράγματα στην δισκογραφία. Τον ενδιαφέρει να τραγουδάει καλά τραγούδια, πιάνεται από τη λεπτομέρεια αλλά δίνει σημασία και στο αυθόρμητο. Σύμφωνα με τον Γιάννη Πλούταρχο «το τραγούδι είναι τέχνη, είναι μεράκι. Το τραγούδι πρέπει να βγαίνει από μέσα σου, να έχεις έντονα συναισθήματα».
Αξιοσημείωτο είναι πως πέρα από την καθολική αναγνώρισή του από το κοινό -ακόμα και από τους μη φανατικούς της λαϊκής μουσικής- , έχει κερδίσει και την αποδοχή των κριτικών.
Όσον αφορά στην προσωπική του ζωή, γνωρίζουμε πως είναι χρόνια παντρεμένος με τη σύζυγό του Μαρία και πρόσφατα απέκτησαν και το τέταρτο παιδί τους!
Ο Γιάννης Πλούταρχος δεν έδωσε ποτέ δικαιώματα σχολιασμού ούτε προκαλεί ως άνθρωπος. Διατηρεί χαμηλούς τόνους, αποφεύγει τις κοσμικές εκδηλώσεις και τις δημόσιες εμφανίσεις και προτιμά να μιλά με τη δουλειά του. Του αρέσει η ζωγραφική, έχει φετίχ με τα άσπρα ρούχα και αυτό που ο ίδιος θεωρεί λάθος του, είναι που δεν έχει μάθει σωστά ελληνικά.
Εμάς πάντως μας αρκεί να τραγουδά καλά τραγούδια και να τα ερμηνεύει με τον μοναδικό τρόπο που ο ίδιος ξέρει, χαρίζοντάς μας αξέχαστες στιγμές διασκέδασης!!!