12 Ιαν 2009

Τι γίνεται με τους Led Zeppelin;


Και ενώ πριν 24 ώρες είχε αφήσει να εννοηθεί πως οι Led Zeppelin θα επανασυνδεθούν για άλμπουμ και περιοδεία, ο ίδιος άνθρωπος, ο μάνατζερ του Τζίμι Πέιτζ, ισχυρίζεται τώρα πως οι πιθανότητες επανασύνδεσης είναι μηδαμινές. Δήλωσε μάλιστα πως οι απόπειρες να βρεθεί τραγουδιστής, απέτυχαν.

Ετσι μιλώντας χθες στο MusicRadar.com, ξεκαθάρισε: “Οι Led Zeppelin έχουν τελειώσει! Αν τους έχασες το 2007, πάει, τους έχασες μία και καλή. Δεν μπορεί να γίνω πιο σαφής, τέλος.” O μάνατζερ αποκάλυψε επίσης πως έχουν γίνει οντισιόν για νέο frontman, αλλά καμία δεν είχε καλή κατάληξη.

πηγή: pop & rock

''ΑΚΑΠΕΛΑ'' Άγγελος εξάγγελος



Στίχοι: Διονύσης Σαββόπουλος
Μουσική: Μπομπ Ντίλαν
Πρώτη εκτέλεση: Διονύσης Σαββόπουλος

Άγγελος εξάγγελος μας ήρθε από μακριά
γερμένος πάνω σ' ένα δεκανίκι
δεν ήξερε καθόλου μα καθόλου να μιλά
και είχε γλώσσα μόνο για να γλείφει

Τα νέα που μας έφερε ήταν όλα μια ψευτιά
κι ακούγονταν ευχάριστα στ' αυτί μας
γιατί έμοιαζε μ' αλήθεια η κάθε του ψευτιά
κι ακούγοντάς τον ησύχαζε η ψυχή μας

Έστησε το κρεβάτι του πίσω απ' την αγορά
κι έλεγε καλαμπούρια στην ταβέρνα
μπαινόβγαινε κεφάτος στα κουρεία και στα λουτρά
και χάζευε τα ψάρια μες στη στέρνα

Και πέρασε ο χειμώνας κι ήρθε η καλοκαιριά
κι ύστερα πάλι ξανάρθανε τα κρύα
ώσπου κάποιο βραδάκι τι του 'ρθε ξαφνικά
κι άρχισε να φωνάζει με μανία

Τα πόδια μου καήκανε σ' αυτή την ερημιά
η νύχτα εναλλάσσεται με νύχτα
τα νέα που σας έφερα σας χάιδεψαν τ' αυτιά
μα απέχουνε πολύ απ' την αλήθεια

Αμέσως καταλάβαμε τι πήγαινε να πει
και του 'παμε να φύγει μουδιασμένα
αφού δεν είχε νέα ευχάριστα να πει
καλύτερα να μη μας πει κανένα

10 Ιαν 2009

Rap - ραπ και ράπερ


Η μουσική ραπ, που γεννήθηκε στα γκέτο της Νέας Υόρκης τη δεκαετία του ’70, έχει σήμερα υιοθετηθεί από νέους σε όλο τον κόσμο. Το ραπ είναι παρόν στην Ελλάδα εδώ και δέκα τουλάχιστον χρόνια, με πολυάριθμες κυκλοφορίες δίσκων και συναυλίες στα αστικά κέντρα. Πώς ακριβώς ενσωματώνεται ένα «εισαγόμενο» είδος λόγου στην καλλιτεχνική παράδοση μιας τελείως διαφορετικής κοινωνίας; Σημαντικό ρόλο στη διαδικασία αυτή παίζει η μητρική γλώσσα: το ραπ γίνεται «ελληνικό» μέσα από τη θεματολογία των τραγουδιών, τις αναφορές σε τοπικά πρόσωπα και πράγματα, και τη δημιουργική γλωσσική χρήση. Οι Έλληνες εκπρόσωποι του είδους αξιοποιούν τον εκφραστικό πλούτο της ελληνικής γλώσσας: συνδυάζουν λόγια και λαϊκά στοιχεία, τοπικές διαλέκτους και κοινωνικές αργκό, καθώς και στοιχεία από διάφορες ξένες γλώσσες. Κάθε συγκρότημα, με το ιδιαίτερο γλωσσικό του ύφος, τοποθετείται τόσο στο πλαίσιο της διεθνούς σκηνής ραπ όσο και στο ευρύτερο τοπίο του σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού.

Κάποιοι επιμένουν ότι πρόκειται για το πρώτο από τη δεκαετία του '50 μουσικό ρεύμα που κατάφερε να επισκιάσει το ροκ εν ρολ στη συνείδηση της αμερικανικής νεολαίας
Φαρδιά παντελόνια με πελώριες τσέπες (τα γνωστά «χιπ χοπ»), αθλητικά παπούτσια με χαλαρωμένα φωσφοριζέ κορδόνια, χοντρές αλυσίδες στον λαιμό και στα χέρια, μπόλικα σκουλαρίκια και δαχτυλίδια, μαλλιά «ράστα» και εντυπωσιακά τατουάζ σε διάφορα σημεία του σώματος ¬ ενίοτε και στα δόντια. Κάθε ράπερ που σέβεται τον εαυτό του και τις μουσικές προτιμήσεις του λίγο - πολύ ακολουθεί έναν ανάλογο ενδυματολογικό ¬ και όχι μόνο ¬ κώδικα. Η διαφορετικότητα στο στυλ ξεκινά από την ηχητική πρωτοπορία, επιβάλλεται με το περιεχόμενο των στίχων και καταλήγει σε ένα ενδιαφέρον σημείο: το περιθώριο μετακινείται προς τον πυρήνα του, το μουσικό κίνημα αποκτά οπαδούς και οι πωλήσεις σπάνε τα ταμεία. Τι άλλο θα μπορούσε να πει κανείς; Υοοο...
Πριν από δύο δεκαετίες, όταν η ραπ κάνει δειλά δειλά την εμφάνισή της στο μουσικό στερέωμα, οι προβλέψεις για το μέλλον της πρωτοποριακής μουσικής διείσδυσης κάθε άλλο παρά θετικές είναι. «Ολοι πίστευαν ότι είχαν να κάνουν με ένα αστείο» αναφέρει ο Ράσελ Σάιμονς, ο ιμπρεσάριος των παρθενικών δίσκων των LL Cool, RUN-DMC και Beastie Boys στις αρχές της δεκαετίας του '80, και συνεχίζει: «Ωστόσο η αφοριστική άποψη ότι επρόκειτο απλώς για ένα νεωτερισμό, ο οποίος θα ξεθώριαζε πολύ σύντομα, αποδείχθηκε λανθασμένη. Δεν κάναμε ό,τι μπορούσαμε με σκοπό να γίνουμε η επικρατούσα τάση της νέας εποχής• η επιτυχία ήλθε να μας συναντήσει μόνη της!».
Βεβαίως, το καινοτόμο μουσικό κίνημα της ραπ δεν αφορούσε ¬ την εποχή που παρουσιάσθηκε ¬ τους πάντες. Προερχόμενο κυρίως από το αστικό περιθώριο της Νέας Υόρκης και του Λος Αντζελες των ΗΠΑ (το στίγμα του θα μεταλαμπαδευτεί πολύ σύντομα και σε αρκετές άλλες μεγαλουπόλεις των ΗΠΑ), αλλά και εκφράζοντας την αστική κοσμοθεωρία των μαύρων ¬ τόσο στη μουσική όσο και στη μόδα, το ηχητικό αποτέλεσμα της μουσικής ραπ θα εντυπωσιάσει εκείνους που έμοιαζαν με τους φορείς του. Είναι η εποχή που η ροκ μουσική εξακολουθεί να κρατά τα σκήπτρα των ακροαματικών προτιμήσεων, ενώ συνάμα τη συντριπτική πλειονότητα των «προκαθημένων» της μουσικής βιομηχανίας απαρτίζουν λευκοί! Επομένως τα περιθώρια για την εμφάνιση νέων μουσικών ακουσμάτων ¬ προερχόμενων μάλιστα από μαύρους καλλιτέχνες ¬ ήταν συγκεκριμένα. Αλλά οι ράπερ δεν φαίνεται να πτοήθηκαν...
Μέσα σε λιγότερο από μία δεκαετία η μουσική ραπ θα κατορθώσει να εξαπλωθεί τόσο στη «μητέρα-πατρίδα» της, τις ΗΠΑ, όσο και στην ευρωπαϊκή ήπειρο και αλλού. Παρά το μποϊκοτάζ από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς, τις καταδικαστικές κριτικές των ειδημόνων της μουσικής, αλλά και τα φαινόμενα βίας και μισογυνισμού που συνδέθηκαν με το νέο αυτό είδος της μουσικής, οι ράπερ θα μπορέσουν να κάνουν μια θεαματική είσοδο στον χώρο των πωλήσεων και των προτιμήσεων του κοινού. Καινούργια ονόματα θα εισβάλουν και θα προκαλέσουν τις εντυπώσεις: Master Ρ, Missy Elliott, DMX, Silkk the Shocker, C-Murder, Canibus, Timbaland & Magoo, Notorious BIG's 400lb... Ακολουθώντας το παράδειγμα των προηγούμενων ράπερ, οι «νεοσσοί» του χώρου θα διαγράψουν εντυπωσιακή τροχιά γύρω από την επιτυχία, οδηγώντας τη μουσική που πρεσβεύουν σε υψηλά ποσοστά πωλήσεων: το 15% των παγκόσμιων μουσικών πωλήσεων, ήτοι 2 δισ. δολάρια, θα συνδεθεί αποκλειστικά με τη μουσική ραπ και όλους τους φορείς της το έτος 1997! Και αυτό ήταν κάτι που ευθύς εξαρχής ενόχλησε ορισμένους...

Δεν ήταν τόσο το γεγονός της δόξας. Μολονότι αυτή κατευθύνει πολλάκις τις επιλογές των καλλιτεχνών και των υπολοίπων, οι οποίοι στέκονται πίσω από αυτούς, το μήλον της έριδος στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν... το ρευστό! Και μόνο το περίφημο άλμπουμ των Beastie Boys «Hello Nasty», το οποίο μέσα σε μίια εβδομάδα πούλησε περισσότερα από 700.000 αντίτυπα, ήταν αρκετό για να προκαλέσει την οργή των ανταγωνιστών της ραπ. Μάλιστα για να τεκμηριώσουν το... αντι-ραπ επιχείρημά τους έφεραν στο φως κάποιες «περίεργες» ιστορίες για μια μερίδα ραπ τραγουδιστών ¬ όχι βεβαίως αναληθείς, αλλά ωστόσο πολύ υποχθόνιες.
Η ιστορία του DMX, του οποίου το πραγματικό όνομα είναι Ερλ Σάιμονς, βγήκε στην επιφάνεια τον περασμένο μήνα. Κατηγορούμενος ως βιαστής μιας στριπτιζέζ, την οποία είχε γνωρίσει σε νυχτερινό κέντρο της Νέας Υόρκης, ο Σάιμονς δέχθηκε τις ριπές των επικριτών του. Οχι επειδή είχαν κάτι προσωπικό με τον ίδιο, αλλά έπρεπε να αποτελέσει τον αποδιοπομπαίο τράγο της ενοχλητικά ανερχόμενης ραπ μουσικής. Το ίδιο περίπου συνέβη και με τον Wu-Tang Clan's Ol' Dirty Bastard, η κλεπτομανία του οποίου φιγουράρισε εγκαίρως στις σελίδες του αμερικανικού Τύπου. Αφορμή στάθηκε το νομικό μέρος της υπόθεσης, ενώ πραγματική αιτία υπήρξε η προοδευτικά αυξανόμενη φήμη του.
Για να είμαστε ειλικρινείς, τα εν λόγω περιστατικά δεν είναι και τόσο... αθώα. Μπορεί να διαφωνεί κάποιος με τον τρόπο που πέρασαν στα ΜΜΕ καθώς και με το «παρασκήνιο» που κρύβεται πίσω τους, αλλά δεν γίνεται να τα δικαιολογήσει κιόλας. Μάλιστα, το γεγονός ότι στη μουσική βιομηχανία της ραπ έχουν διεισδύσει πλέον άτομα διαφορετικής προέλευσης και κοσμοθεωρίας, είναι πολύ πιθανό να κάνει πολλούς καχύποπτους. Οι περίφημοι «διανοούμενοι ράπερ» (Canibus), οι «πειραματιστές καλλιτέχνες» (The Lyricists Lounge), οι πολυδιαφημισμένοι «προικισμένοι εραστές» (Method Man, Maze), οι «κοινωνικοί ράπερ» (Wyclef Jean), όσο και οι «προσηλωμένοι στα πάρτι» (Busta Rhymes) είναι αυτοί που συνθέτουν το νέο σκηνικό της ραπ μουσικής και γεννούν τον προβληματισμό: «Τελικά, πόσο μπορούμε να μιλάμε για μια συγκεκριμένη ραπ μουσική;».

Κανένας ωστόσο δεν μπορεί να πει ότι η γλυκύτητα της μουσικής ραπ είναι ένα ασύστολο ψεύδος. Μεγάλοι καλλιτέχνες της μουσικής βιομηχανίας, οι οποίοι ανήκουν όμως σε άλλες μουσικές τροχιές, αναγνωρίζουν τόσο τη μελωδικότητα του ήχου όσο και τη διαφορετικότητα του στίχου των τραγουδιών ραπ. Και αν η εποχή των «φουσκωτών» τραγουδιστών της ραπ έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί (ως μοναδικό μοντέλο του είδους), ο ελκυστικός ήχος της ραπ μουσικής παραμένει ατόφιος. Ισως γι' αυτό εξακολουθεί να συγκινεί σημαντικό μέρος της νεολαίας.

Πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑonline

9 Ιαν 2009

ΜΑΝΟΣ ΛΟΪΖΟΣ


Ο Μάνος Λοΐζος γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου στις 22 Οκτωβρίου 1937. Είναι το μοναδικό παιδί του Ανδρέα Λοΐζου, παντοπώλη που έχει φτάσει εκεί το 1924 από τους Αγίους Βαβατσινιάς (ένα χωριό της Λάρνακας της Κύπρου), και της Δέσποινας Μανάκη, κόρης γεωπόνου από τη Ρόδο.
Το 1951-1952, όντας μαθητής του Αβερώφειου Γυμνασίου της Αλεξάνδρειας, έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με τη μουσική. Εγγράφεται σε τοπικό Ωδείο. Αρχίζει να μαθαίνει βιολί αλλά καταλήγει στην κιθάρα...
Το 1954 με συνομήλικους φίλους, φτιάχνουν μια μικρή κομπανία που παίζει σε φιλικές και οικογενειακές εκδηλώσεις. Ο πατέρας του τού αγοράζει το πρώτο του πιάνο.
Το 1955 παίρνοντας το απολυτήριο του Αβερώφειου Γυμνασίου, έρχεται για ανώτερες σπουδές στην Αθήνα. Με τέσσερις φίλους από την Αλεξάνδρεια συγκατοικούν στο Κολωνάκι. Εγγράφεται στη Φαρμακευτική Σχολή.
Το 1956 εγκαταλείπει την Φαρμακευτική και μπαίνει στην Ανωτάτη Εμπορική.
Το 1957 οι ιδιόμορφες συνθήκες που διαμορφώνονται στην Αίγυπτο με την κατάληψη της εξουσίας από τον Νάσερ επιβάλλουν τη μόνιμη πια εγκατάστασή του στην Αθήνα. Αρχικά μένει στην Κυψέλη.
Το 1958 συντροφιά με το φίλο του, επίσης φοιτητή τότε, Φώτη Κωνσταντινίδη, μετακομίζει στη Νέα Σμύρνη. Εκεί αρχίζει να ανακαλύπτει τόσο την Μαρξιστική ιδεολογία όσο και το νέο μουσικό κίνημα που έχει αρχίσει να διαμορφώνεται με τις πρώτες "παρεμβάσεις" του Μάνου Χατζιδάκι και την ευρύτερη αναγνώριση του ρεμπέτικου.

Το 1960-1961 παίρνει την απόφαση να εγκαταλείψει την Ανωτάτη Εμπορική. Για να επιβιώσει κάνει διάφορες δουλειές, από γκαρσόνι σε ταβέρνα της Κω μέχρι γραφίστας σε διαφημιστικό γραφείο της πλατείας Κάνιγγος ή διακοσμητής. Φοιτά για λίγο στη Σχολή Βακαλό, αρχίζει να συνθέτει πιο εντατικά και βρίσκεται σε στενή επαφή με τους φοιτητικούς πολιτιστικούς μουσικούς κύκλους της Αριστεράς της εποχής. Στις 30 Δεκεμβρίου 1961 μια ομάδα 83 νέων -Φίλοι της Μουσικής του Μίκη Θεοδωράκη- θα στείλουν στον Τύπο επιστολή διαμαρτυρίας "δια την άδικον και αντιπνευματικήν στάσιν των Ραδιοφωνικών μας Σταθμών, έναντι των τραγουδιών του, δια του αποκλεισμού από τας εκπομπάς των". Το όνομα Μανώλης Λοΐζου είναι το δεύτερο στη σειρά.
Το 1962 μέσω μιας κοινής φίλης, έρχεται σε επαφή με τον Μίμη Πλέσσα κι εκείνος μεσολαβεί στην εταιρία Philips, έτσι ώστε να ηχογραφήσει το πρώτο του τραγούδι. Είναι το "Τραγούδι του δρόμου", ελληνική απόδοση του Νίκου Γκάτσου από ένα ποίημα του Lorca. Τους στίχους έχει "ανακαλύψει" δημοσιευμένους στο περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης. Τραγουδά ο Γιώργος Μούτσιος. Γίνεται ιδρυτικό μέλος και αντιπρόεδρος στο Σύλλογο Φίλων Ελληνικής Μουσικής (Σ.Φ.Ε.Μ.) που δημιουργείται τον Απρίλιο με στόχο τη στήριξη του έργου του Μίκη Θεοδωράκη αλλά και την προβολή νέων δημιουργών. Στις τάξεις του συλλόγου θα βρεθούν πολύ γρήγορα ο Χρήστος Λεοντής, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Διονύσης Σαββόπουλος, η Μαρία Φαραντούρη, ο Νότης Μαυρουδής, ο Φώντας Λάδης, ο Μάνος Ελευθερίου και πολλοί άλλοι. Αναλαμβάνει τη διεύθυνση της χορωδίας του Σ.Φ.Ε.Μ. και με αυτή συμμετέχει το καλοκαίρι στις παραστάσεις της μουσικής επιθεώρησης του Μίκη Θεοδωράκη "Όμορφη Πόλη" που ανεβαίνει με μεγάλη επιτυχία στο θέατρο Πάρκ.

Στις 11 Μαρτίου 1963 δίνουν από κοινού με το Χρήστο Λεοντή την πρώτη τους συναυλία στο θέατρο Ακροπόλ. Τα έσοδα της συναυλίας διατίθενται για το Δ΄ Πανσπουδαστικό Συνέδριο. Τη συναυλία προλογίζει ο Μίκης Θεοδωράκης λέγοντας τα καλύτερα λόγια για τους πρωταγωνιστές της. Μάλιστα, τους κάνει... δώρο μια πέτρα που κάποιος εκτόξευσε εναντίον του τον Οκτώβριο του 1961 κατά τη διάρκεια συναυλίας στη Νάουσα. Το καλοκαίρι παίζει κάποια από τα πρώτα του τραγούδια στο πλαίσιο της μουσικής επιθεώρησης "Μαγική Πόλις" που ανέβηκε στο θέατρο Πάρκ σε μουσική των Μίκη Θεοδωράκη και Μάνου Χατζιδάκι.
Το 1964 εμφανίζεται στην μπουάτ Στοά, στο Κολωνάκι, με τη Μαρία Φαραντούρη και το Γιώργο Ζωγράφο. Εκεί, κάποιο βράδυ, ένα νεαρό κορίτσι θα του δώσει δυο στίχους που θα παίξουν βασικό ρόλο στην κατοπινή πορεία του. Το κορίτσι είναι η Κωστούλα Μητροπούλου και οι στίχοι προορίζονται για τα τραγούδια "Ο δρόμος" και "Ο στρατιώτης".

Το Μάρτιο του 1965 παντρεύεται τη Μάρω Λήμνου, τη μετέπειτα συγγραφέα παιδικών βιβλίων, γνωστή ως Μάρω Λοΐζου. Με τη Μάρω έχουν γνωριστεί τρία χρόνια πριν στα παρασκήνια της "Όμορφης Πόλης", συνυπάρχουν στο Σ.Φ.Ε.Μ. και έχουν ήδη γράψει μαζί και κάποια τραγούδια. Δύο από αυτά, το "Νύχτα μικρή αρχόντισσα" και το "Φεγγάρι έρημο" τραγουδά σε δίσκο 45 στροφών ο Γιάννης Πουλόπουλος, εγκαινιάζοντας τη μικρή του συνεργασία με την δισκογραφική εταιρία Lyra του Αλέκου Πατσιφά. Θα ακολουθήσουν -με τον Γιάννη Πουλόπουλο πάλι- τα τραγούδια "Καράβια-Αλήτες" (στίχοι του Φώντα Λάδη), "Μικρός ο κόσμος γύρω μου" (στίχοι του Θανάση Χαμπίπη), "Ο δρόμος" με τη Σούλα Μπιρμπίλη (ένα ακόμα μελοποιημένο ποίημα του Lorca με ελληνικούς στίχους του Νίκου Γκάτσου), "H κιθάρα" και η "Πρωτομαγιά" σε στίχους Μάρως Λήμνου. Γνωρίζει τον Γιάννη Νεγρεπόντη και πάνω σε στίχους του γράφει το "Στρατιώτη", τον "Τρίτο Παγκόσμιο" και αρκετά ακόμα τραγούδια που θα παραμείνουν ανέκδοτα στη δισκογραφία, αλλά θα ακουστούν αρκετά στο πλαίσιο του νεολαιίστικου κινήματος της εποχής. Γράφει μουσική για το έργο του Lorca "Το Σπίτι της Μπερνάρντα Αλμπα" από την Αλέκα Κατσέλη, για τη "Ρέστια" που ανεβάζει η Αλκηστις Γάσπαρη και για το "Ένα Κορίτσι στο Παράθυρο" που ανεβάζει ο Μίμης Φωτόπουλος. Με μουσικές και τραγούδια του γυρίζεται η ταινία "Μπετόβεν και Μπουζούκι" του Ορέστη Λάσκου. Γνωρίζει το Λευτέρη Παπαδόπουλο.

Τον Αύγουστο του 1966 γεννιέται η κόρη του Μυρσίνη. Κυκλοφορεί από την εταιρία Οdeon, το πρώτο τραγούδι που γράφει πάνω σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου ("Αυτό τ' αγόρι" με την Αλέκα Μαβίλη) και γνωρίζει επιτυχία. Τα δύο επόμενα τραγούδια που γράφουν μαζί και κυκλοφορούν με ερμηνεύτρια τη Ζωή Φυτούση ("Σαββατόβραδο" και "Πώς τον αγαπώ") θα περάσουν μάλλον απαρατήρητα. Το Δεκέμβριο, παρουσιάζει για πρώτη φορά σε συναυλία στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά και με τραγουδιστές τη Μαρία Φαραντούρη και το Γιώργο Ζωγράφο, τον κύκλο τραγουδιών "Τα Νέγρικα" που έχει γράψει πάνω σε στίχους του Γιάννη Νεγρεπόντη. Είναι η πρώτη απόπειρα συνύπαρξης με τους σύγχρονους διεθνείς νεανικούς ρυθμούς και τα ηλεκτρικά όργανα.
Το 1967, το τραγούδι "Η δουλειά κάνει τους άντρες", με στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου, ακούγεται από την Ελένη Ροδά στην ταινία του Γρηγόρη Γρηγορίου "Τρούμπα '67". Το πραξικόπημα ματαιώνει κάποιες συναυλίες που διοργάνωσε η Πανσπουδαστική και στις οποίες επρόκειτο να παρουσιαστούν τα "Νέγρικα". Προκειμένου ν' αποφύγει τη σύλληψη, εγκαταλείπει την Ελλάδα το Σεπτέμβριο και εγκαθίσταται για ένα εξάμηνο στο Λονδίνο. Εκεί για να ζήσει με την οικογένειά του -που φτάνει λίγο αργότερα- παίζει μπουζούκι σε κυπριακές ταβέρνες.

Το 1968 επιστρέφοντας στην Αθήνα, ετοιμάζει μαζί με το Λευτέρη Παπαδόπουλο τον πρώτο του μεγάλο δίσκο. Ο "Σταθμός", που κυκλοφορεί στο τέλος της χρονιάς, εγκαινιάζει την ετικέτα Μinοs για λογαριασμό της δισκογραφικής εταιρίας στην οποία και θα παραμείνει έκτοτε. Παράλληλα, γράφει μουσική και τραγούδια για τις ταινίες του Ντίνου Δημόπουλου "Το Λεβεντόπαιδο" και "Η Νεράιδα και το Παλικάρι".
Το 1969 γράφουν μουσική και τραγούδια με το Λευτέρη Παπαδόπουλο, για το ανέβασμα του μουσικοθεατρικού έργου του Αλκη Παππά "Γη S.O.S." από τον Αλέκο Αλεξανδράκη.
Το 1970 κυκλοφορούν οι "Θαλασσογραφίες", δεύτερος μεγάλος δίσκος του, πάλι με στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Παράλληλα, ηχογραφεί σκόρπια τραγούδια με τον Στέλιο Καζαντζίδη ("Δε θα ξαναγαπήσω", "Όταν βλέπετε να κλαίω") και το Γιάννη Καλατζή ("Παραμυθάκι μου", "Τα πλεούμενα").
Το 1971 γράφει μουσική για την ταινία του Αλέξη Δαμιανού "Ευδοκία". Το τραγούδι του "Αχ χελιδόνι μου" ηχογραφείται με το Γιώργο Νταλάρα και παράλληλα ακούγεται από τη Λίτσα Σακελλαρίου στην ταινία του Όμηρου Ευστρατιάδη "Η Ιδιωτική μου Ζωή", ενώ το "Μάνα δεν φυτέψαμε" ακούγεται από το Γιάννη Πάριο στην ταινία "Πρόκληση", επίσης του Ό.Ευστρατιάδη. Γράφει μουσική και τραγούδια για την ταινία του Ορέστη Λάσκου "Διακοπές στην Κύπρο".
Το 1972, κυκλοφορεί ο τρίτος μεγάλος δίσκος του ("Να 'Χαμε τι να 'Χαμε") σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Με τον Παπαδόπουλο γράφουν παράλληλα και κάποια τραγούδια που δε θα περάσουν από τη λογοκρισία της εποχής ("Ο αρχηγός", "Θα κλείσω το παράθυρο"), ενώ με δικούς του στίχους γράφει την "Πρώτη Μαΐου", τον "Τσε" και το "Μέρμηγκα". Γράφει τραγούδια για την ταινία του Τάκη Βουγιουκλάκη "Η Αλίκη Δικτάτωρ". Γίνεται ιδρυτικό στέλεχος της ΕΜΣΕ, του συνδικαλιστικού σωματείου των δημιουργών που θα ξεκινήσει με αφορμή την μεγάλη επέκταση της πειρατείας στο χώρο της δισκογραφίας.

Το 1973, η συνεργασία του με τον ποιητή Δημήτρη Χριστοδούλου ξεκινάει με ένα τραγούδι που ακούγεται στους τίτλους της ταινίας των Θανάση Ρεντζή και Νίκου Ζερβού "Μαύρο-Ασπρο": "Βγήκαμε κάποτε στο δρόμο κι ήμασταν δυο", τραγουδά η Χάρις Αλεξίου. Η μελωδία θα γίνει αργότερα πασίγνωστη με στίχους του ίδιου και με τίτλο "Καλημέρα ήλιε". Στα πλαίσια των αναζητήσεων του έξω από τις φόρμες του λαϊκού τραγουδιού, αρχίζει τη μελοποίηση ποιημάτων του Ναζίμ Χικμέτ, με ελληνική απόδοση του Γιάννη Ρίτσου. Το βράδυ της 17ης Νοεμβρίου συλλαμβάνεται στο σπίτι του στο Χολαργό και κρατείται δέκα μέρες.
Τον Απρίλιο του 1974 κυκλοφορεί ο δίσκος "Καλημέρα Ήλιε" με στίχους του Δημήτρη Χριστοδούλου. Μέσα στο ξέφρενο κλίμα της μεταπολίτευσης συμμετέχει σε μεγάλες λαϊκές συναυλίες της εποχής (με αποκορύφωμα τη συναυλία στο Γήπεδο του Παναθηναϊκού που θα καταγράψει ο Νίκος Κούνδουρος στην ταινία του "Τραγούδια της Φωτιάς") και, στο τέλος του χρόνου, κυκλοφορεί στο δίσκο "Τα Τραγούδια του Δρόμου", με όλα εκείνα τα τραγούδια του που είτε είχαν απαγορευτεί τα προηγούμενα χρόνια είτε δεν τους είχε επιτραπεί η ηχογράφηση από τη λογοκρισία της επταετίας.

Στο τέλος της χρονιάς 1975, εννιά χρόνια μετά την πρώτη τους παρουσίαση σε συναυλίες, κυκλοφορούν για πρώτη φορά στη δισκογραφία τα "Νέγρικα", με στίχους του Γιάννη Νεγρεπόντη.
Τον Οκτώβριο 1976 κυκλοφορούν "Τα Τραγούδια μας", ένας κύκλος λαϊκών τραγουδιών με στίχους του Φώντα Λάδη που καταγράφουν με άμεσο λόγο το πολιτικό κλίμα της μεταπολίτευσης. Βρίσκουν θέση σε κάθε κοινωνικοπολιτική διεκδίκηση της εποχής αλλά, την ίδια στιγμή, γνωρίζουν και αρκετούς αποκλεισμούς και απαγορεύσεις από το επίσημο κράτος.
Το 1978 αναλαμβάνει την προεδρία της ΕΜΣΕ και πρωτοστατεί στη δημιουργία φορέα είσπραξης πνευματικών δικαιωμάτων. Παντρεύεται την ηθοποιό Δώρα Σιτζάνη.
Τον Ιούνιο του 1979 κυκλοφορεί ο δίσκος "Τα Τραγούδια της Χαρούλας", με στίχους του Μανώλη Ρασούλη και του Πυθαγόρα, άλμπουμ που σηματοδοτεί την -ύστερα από τόσα χρόνια δημιουργικής πολιτικής στράτευσης- εκ νέου κατεύθυνση του δημιουργού προς ένα "καθημερινό λαϊκό τραγούδι".
Τον Οκτώβριο του 1980 κυκλοφορεί ο δίσκος "Για μια Μέρα Ζωής" που είναι και ο τελευταίος του. Μέσα από τραγούδια με στίχους διαφόρων στιχουργών επιχειρεί μια προσέγγιση στον ηλεκτρικό ήχο της εποχής.
Τον Μάιο του 1981 πραγματοποιεί σειρά συναυλιών στο εξωτερικό (Καναδάς, Η.Π.Α., Αγγλία, Σουηδία). Τον Ιούνιο, μαζί με τον Χρήστο Λεοντή και τον Θάνο Μικρούτσικο, ξεκινούν σειρά κοινών συναυλιών ανά την Ελλάδα. Τον Οκτώβριο θα μπει στο Γενικό Κρατικό με περικαρδίτιδα και νεφρική ανεπάρκεια και, στο τέλος του χρόνου, θα ταξιδέψει στη Μόσχα για ιατρικές εξετάσεις.
Το 1982 στις 8 Ιουνίου θα χτυπηθεί από εγκεφαλικό επεισόδιο. Θα μείνει ένα μήνα στο νοσοκομείο και στις 16 Αυγούστου θα ταξιδέψει εκ νέου στη Μόσχα, προκειμένου να συνεχίσει τη νοσηλεία του. Στις 7 Σεπτεμβρίου θα υποστεί και δεύτερο εγκεφαλικό, το οποίο θα αποβεί μοιραίο. Δέκα μέρες αργότερα (17 Σεπτεμβρίου) θα φύγει για πάντα...

Πηγή: MUSICHEAVEN

8 Ιαν 2009

Μαρία Δημητριάδη: Έσβησε χθες η «επική» φωνή


Έχασε τη μάχη για τη ζωή χθες τα ξημερώματα, η τραγουδίστρια του πολιτικού και επαναστατικού τραγουδιού, Μαρία Δημητριάδη, σε ηλικία 58 ετών.


Η μεγάλη ερμηνεύτρια νοσηλευόταν από την περασμένη εβδομάδα στην εντατική μονάδα θεραπείας του Νοσοκομείου Ευαγγελισμός και έφυγε από ανακοπή καρδιάς, ύστερα από αγώνα που έδωσε εναντίον μίας σπάνιας νόσου, που εξασθενούσε σταδιακά ολοένα και περισσότερο τη δυνατότητα αναπνοής.

Η Μαρία γεννήθηκε στον Ταύρο και έκανε τα πρώτα βήματά της στο τραγούδι τη δεκαετία του '60 με το άλμπουμ του Γιάννη Μαρκόπουλου «Ηλιος ο πρώτος». Η ιδιαίτερη, σπάνια και ζεστή της φωνή αναδείχτηκε την περίοδο της μεταπολίτευσης, μέσα από τη σύνδεσή της με το «πολιτικό» τραγούδι. Κατά τη διάρκεια της επταετίας, ερμήνευσε τα πιο γνωστά τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη και, αργότερα, του Θάνου Μικρούτσικου και συμμετείχε σε πολλές συναυλίες διαμαρτυρίας.
Στις περιοδείες του Μίκη Θεοδωράκη εκτός Ελλάδας, όπως και στις συναυλίες - διαμαρτυρίες του στα πάτρια εδάφη -μετά τη μεταπολίτευση-, η τραγουδίστρια με την «επική» φωνή, όπως την έχουν αποκαλέσει, έγραψε χρυσές σελίδες. Στις δεκαετίες του '80 και του '90, το ενδιαφέρον της εστιάστηκε στην ανατροφή του μονάκριβου γιου της. Την περίοδο αυτή, η καλλιτεχνική της δράση στράφηκε σε περισσότερο λυρικούς δρόμους, καθώς τραγούδησε από Μάνο Χατζιδάκι -«Για την Ελένη», σε στίχους Μιχάλη Μπουρμπούλη- μέχρι και Στέφανο Κορκολή -«Το μαγικό κλειδί».

Το 1996, έκανε μια προσπάθεια επιστροφής με το ροκ δίσκο «Αύριο», παραγωγής του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, για τον οποίο η ίδια δεν αναφερόταν με θετικό τρόπο. Ωστόσο, η δουλειά της αυτή σηματοδότησε την επάνοδό της στο τραγούδι. Μετά το 1996, συμμετείχε σε αρκετές συναυλίες του Γιάννη Μαρκόπουλου, του Ηλία Ανδριόπουλου και άλλων, όμως δεν ηχογράφησε νέα δουλειά.
Στη μνήμη μας θα μείνει και για το ιστορικό ερωτικό τραγούδι, σε μουσική Σταύρου Ξαρχάκου, που ερμήνευσε για την ταινία «Κορίτσια στον ήλιο», με πρωταγωνιστές τον Γιάννη Βόγλη και την Αν Λόμπεργκ. Ο μικρός δίσκος που κυκλοφόρησε με αυτό το τραγούδι, γράφει μόνο το όνομά της, «Μαρία».
Επιθυμία της μεγάλης ερμηνεύτριας ήταν να αποτεφρωθεί και η τέφρα της να σκορπιστεί στο εξωτερικό.

πηγή: η ναυτεμπορική ΤΕΧΝΗ+ΖΩΗ

7 Ιαν 2009

ΤΟ ΑΚΟΡΝΤΕΟΝ


Το ακορντεόν προήρθε από την αρμόνικα, την οποία μετασχημάτισε το 1822 ο Μπούσμαν σε αρμόνικα χεριού. Το 1827 στην Αυστρία πήρε τη σημερινή του ονομασία, και το 1910 τελειοποιήθηκε με την προσθήκη των χρωματιστών μπάσων. Από τότε έγινε υπολογίσιμο όργανο στη μουσική τέχνη.
Μουσικό όργανο πνευστό με πλήκτρα και φυσούνα.

Ο οργανοπαίκτης με το δεξί χέρι του παίζει τη μελωδία και με το αριστερό χέρι τη συνοδεία καθώς ανοιγοκλείνει τη φυσούνα. Το ρεύμα του αέρα που δημιουργεί το ανοιγόκλειμα της φυσούνας δονεί τα μεταλλικά ελάσματα που αντιστοιχούν στις νότες
Όταν παίζονται τα πλήκτρα, κινούνται οι δικλείδες, στις οποίες αντιστοιχούν μεταλλικές λεπίδες που καταλήγουν σε ελεύθερες γλωττίδες.
Με το πέρασμα του αέρα ανάμεσά τους οι γλωττίδες δονούνται και παράγουν τον ήχο.
Το ακορντεόν είναι βασικό όργανο στις αργεντίνικες ορχήστρες που παίζουν ταγκό, και ένας από τους καλύτερους ακορντεονίστες στον κόσμο ήταν ο Πιατσόλα που χάθηκε πρόσφατα (1995).
Στην Ελλάδα το ακορντεόν συνοδεύει κυρίως λαϊκές και ρεμπέτικες ορχήστρες. Ένας βιρτουόζος του ακορντεόν είναι ο Λάζαρος Κουλαξίζης.

6 Ιαν 2009

Pink Floyd


Οι Pink Floyd είναι ένα βρετανικό μουσικό συγκρότημα που έχει γράψει ιστορία στον χώρο της ροκ μουσικής. Έχουν ξεχωρίσει τόσο για τις πρωτοποριακές για την εποχή συνθέσεις τους, όσο και για τους νεωτεριστικούς και συγκινησιακά φορτισμένους στίχους τους, τα ευφάνταστα εξώφυλλά τους, τις πειραματικές ενορχηστρώσεις και ηχογραφήσεις και τις θεαματικές συναυλίες τους.

Υπολογίζεται ότι το συγκρότημα έχει πουλήσει γύρω στα 73,5 εκ άλμπουμ στις Η.Π.Α. και πάνω από 200 εκατομμύρια άλμπουμ παγκοσμίως και συγκαταλέγεται έτσι στις πιο επιτυχημένες εμπορικά ροκ μπάντες.
Μέχρι το τέλος της δεκαετία του '60 οι Pink Floyd έχαιραν μίας σχετικής επιτυχίας, ως ψυχεδελική μπάντα με ηγέτη τον Syd Barrett. Η ασταθής συμπεριφορά του Barrett οφειλόμενη σε αλόγιστη χρήση παραισθησιογόνων ουσιών ανάγκασε τους υπόλοιπους να τον αντικαταστήσουν με τον κιθαρίστα David Gilmour. Το 1973 το συγκρότημα γνώρισε παγκόσμια επιτυχία με τον δίσκο The Dark Side of the Moon και συνέχισε να απολαμβάνει της αποδοχής του κοινού μέχρι και τη μεγαλύτερη εμπορική τους επιτυχία The Wall. Επίσης, μεγάλη ανταπόκριση στο κοινό είχαν και τα άλμπουμ Wish You Were Here (1975), το οποίο ήταν απόλυτα αφιερωμένο στον ιδρυτή του συγκροτήματος Σιντ Μπάρετ, αλλά και το Animals (1977).

Το 1985 (λίγο μετά τον δίσκο The Final Cut) ο μπασίστας και τραγουδιστής του γκρουπ Roger Waters αποχώρησε από το συγκρότημα και κυνήγησε δικαστικά τους υπόλοιπους όταν αυτοί συνέχισαν τους δίσκους και τις συναυλίες διατηρώντας το όνομα Pink Floyd. Τελικά επήλθε εξωδικαστικός συμβιβασμός ο οποίος τους επέτρεψε χρήση του ονόματος και των περισσοτέρων τραγουδιών. Το 1987 οι Pink Floyd χωρίς τον Waters πια, δηλαδή οι D.Gilmour , N.Mason και R.Wright,επιστρέφουν δισκογραφικά με τον δίσκο A Momentary Lapse Of Reason , και αρχίζουν περιοδείες παγκοσμίως που είχαν πραγματικά σημαντική αποδοχή από τον κοινό τους.

Το δισκογραφικά κύκνιο άσμα του συγκροτήματος έρχεται το 1994 με το The Division Bell, δίσκος που γνώρισε τεράστια εμπορική επιτυχία και τραγουδήθηκε μεταξύ άλλων στην μετέπειτα σειρά περιοδειών η οποία είχε ως αποτέλεσμα και την μαγνητοσκόπηση ενός μουσικού DVD, ονόματος Pulse από τις συναυλίες που έδωσε το συγκρότημα στο Ερλς Κόρτ (Earls Court) του Λονδίνου το 1994.
Έντεκα χρόνια μετά, το συγκρότημα επανενώθηκε (δηλαδή επέστρεψε προσωρινά ο Waters) στη μεγαλύτερη σε όγκο συναυλία των Pink Floyd που έγινε στο Λονδίνο στις 2 Ιουλίου 2005 (London Live 8 concert). Σε συνέντευξη του στις 2 Φεβρουαρίου του 2006 στην ιταλική εφημερίδα La Repubblica, ο Gilmour δήλωσε ότι το γκρουπ δεν θα ξανακυκλοφορήσει νέο υλικό παρόλο που ορισμένοι από τα μέλη του σκοπεύουν να ακολουθήσουν σόλο πορεία ή ακόμα και να συνεργαστούν μεταξύ τους σε επόμενες δουλειές τους.

Στην φωτογραφία βλέπουμε πάνω αριστερά τον Roger Waters και δεξιά τον David Gilmoun. Κάτω αριστερά τον Nick Mason και δεξιά τον Richard Wright.

Από τότε ο Roger Waters (συνήθως μαζί με τον Nick Mason) και ο David Gilmour (με τον Richard Wright) περιοδεύουν ξεχωριστά παίζοντας τραγούδια από την προσωπική τους δισκογραφία, αλλά κυρίως επανεκτελώντας τα ιστορικά τραγούδια που δημιούργησαν ως συγκρότημα.

Η πιθανότητα άλλης επανένωσης δεν είχε αποκλειστεί ούτε από τον Mason ούτε τον Gilmour, ωστόσο κάτι τέτοιο κατέστη αμφίβολο με τον θάνατο του Richard Wright στις 15 Σεπτεμβρίου 2008.