
Στα χρόνια που ακολουθούν θα μάθει τα «μυστικά» του μπουζουκιού, αρχικά από μπουζουξήδες του περιθωρίου (Ζημαρίτης, Σκριβάνος κ.ά.) κι έπειτα απ' τους Πειραιώτες της παρέας του Μάρκου Βαμβακάρη, δίπλα στον οποίο θα χριστεί επαγγελματίας, ανεβαίνοντας στα λαϊκά πάλκα.

Η πρωτοφανής για την εποχή επιτυχία της «Φαληριώτισσας» θα του ανοίξει διάπλατα τις πόρτες των δισκογραφικών εταιριών και μέχρι την Κατοχή θα ηχογραφήσει αρκετά γνωστά τραγούδια του («Ραντεβού», «Βαδίζω και παραμιλώ», «Μοδιστρούλα» κ.ά.), σχεδόν όλα ερμηνευμένα απ' τον ίδιο, ενώ κάποιες φορές θα χρησιμοποιηθεί ως τραγουδιστής και από άλλους γνωστούς λαϊκούς δημιουργούς (Σκαρβέλη, Περιστέρη κ.ά.).
Στα πρώτα μετακατοχικά χρόνια, με την επαναλειτουργία της Columbia, θα ηχογραφήσει τα τραγούδια που τον κατέταξαν στο πάνθεο της λαϊκής μας μουσικής: «Πριν το χάραμα», «Καπετάν Αντρέα Ζέπο», «Ανοιξε γιατί δεν αντέχω», «Κάνε κουράγιο καρδιά μου» και δεκάδες άλλα αριστουργηματικά τραγούδια που χαράχτηκαν βαθιά στη μνήμη μας.

Ο Παπαϊωάννου είναι ο πρώτος που πήγε, μετά τον πόλεμο, να δουλέψει στην Αμερική, το 1953 και τα βήματά του ακολούθησαν αρκετοί συνθέτες. Μια φυγή σημαντικών δημιουργών, που, στην πορεία, αποδείχτηκε πληγή για τη λαϊκή μας μουσική, αφού συνέβαλε αρκετά στην αποδυνάμωσή της.


Πέρα απ' την αξία του ως δημιουργού και μουσικού, ο Παπαϊωάννου αποτελεί κεφάλαιο για τη λαϊκή μας μουσική και λόγω της προσωπικότητάς του. Δεν είναι λίγες οι φορές που με παρέμβασή του βοήθησε στη λύση προβλημάτων, είτε αυτά είχαν να κάνουν με προσωπικές διενέξεις συναδέλφων του είτε αφορούσαν γενικότερα το λαϊκό τραγούδι. Παράλληλα, έδωσε κάθε βοήθεια που περνούσε απ' το χέρι του σε πολλούς ανθρώπους του χώρου του και δεν είναι λίγοι οι μουσικοί και οι τραγουδιστές που χρωστούν ένα μεγάλο ποσοστό της ανάδειξής τους στον «μπάρμπα - Γιάννη τον Ψηλό». Αλλωστε, ο «Γιάννης με τη χρυσή καρδιά» (έτσι τον «τίμησε» μετά θάνατον με ένα τραγούδι του ο Βασίλης Τσιτσάνης) είναι το κοινό σημείο αναφοράς όλων των ρεμπέτηδων. Ο Μανώλης Χιώτης κατάφερε να συνοψίσει σε δυο αράδες όλα όσα ειπώθηκαν για τον Γιάννη Παπαϊωάννου:

Ο Παπαϊωάννου ήταν απ' τους τελευταίους συνθέτες που ήταν «άρχοντες» της δουλιάς τους, είτε στο λαϊκό πάλκο είτε στη δισκογραφία. Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα:
Το 1952 ετοιμάζεται να ηχογραφήσει ένα τραγούδι του (το «Δε θέλω το κακό σου») με τη φωνή του Δημήτρη Ρουμελιώτη. Κάποιοι λαϊκοί μουσικοί τού προτείνουν να χρησιμοποιήσει τον Στέλιο Καζαντζίδη, για να τον βοηθήσει να γίνει γνωστός. Ο Παπαϊωάννου δέχεται, αλλά η εταιρία διαφωνεί, αφού ο Καζαντζίδης έχει ηχογραφήσει λίγους μήνες πριν το πρώτο του τραγούδι («Για μπάνιο πάω», του Απόστολου Καλδάρα) που πέρασε απαρατήρητο. Ετσι η εταιρία τού έχει «κλείσει την πόρτα», θεωρώντας ότι δεν έχει αξιόλογη φωνή. Μάλιστα, ο διευθυντής της Columbia, ο Νίκανδρος Μηλιόπουλος, φέρεται να είπε: «Αυτός δεν κάνει ούτε για να βελάζει» (!!!). Η αντίδραση του Παπαϊωάννου ήταν: «Για τα δικά μου τραγούδια αποφασίζω εγώ. Δε σας κάνει αυτός, δε σας κάνω κι εγώ». Μπροστά σε αυτή την απειλή, η εταιρία υποχώρησε και ο Καζαντζίδης έκανε την πρώτη του επιτυχία, ξεκινώντας τη γνωστή πορεία του στο λαϊκό τραγούδι.

Απ' τη δεκαετία του '60 κατάγγελλε ότι τα νυχτερινά μαγαζιά έχουν γίνει χώροι επίδειξης και όχι χώροι διασκέδασης. Δήλωνε ότι «το ραδιόφωνο κάνει φόνους». Διαμαρτυρόταν ότι οι λαϊκοί δημιουργοί έχουν γίνει «μπαλαρίνες» στο τσίρκο που δημιουργείται, καταλαβαίνοντας απόλυτα την παρακμή στην οποία οδηγιόταν το λαϊκό τραγούδι.
Τα τελευταία τριάντα χρόνια στο χώρο του λαϊκού μας τραγουδιού έγιναν πολλά. Η δισκογραφική παραγωγή έφτασε να βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στα λεγόμενα σουξέ, στα τραγούδια που ο Μάρκος χαρακτήριζε ως «της Κυριακής χαρά και της Δευτέρας λύπη». Τα σύγχρονα «λαϊκά» τραγούδια (μπροστά τους τα παλιά σκυλάδικα μοιάζουν ποιοτικά) παίζονται από εκκωφαντικά ηχοσυστήματα των 10 κιλοβάτ στα μαγαζιά με την απίθανη ονομασία «ελληνάδικα».
Σήμερα, πόσοι απ' τους σύγχρονους γνωστούς δημιουργούς μπορούν να αποφασίσουν για τα τραγούδια τους, κόντρα στην άποψη των μανατζαρέων και των εταιριών; Πόσοι από τους εμπορικά πετυχημένους τολμούν να αντισταθούν στον «παγκοσμιοποιημένο» ήχο που επιβάλλουν οι πολυεθνικές δισκογραφικές εταιρίες; Πόσο λείπουν σήμερα άνθρωποι σαν τον μπάρμπα -Γιάννη!;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου